Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
Το καλοκαίρι έχει ζέστη. Οι φίλαθλοι νιώθουν τη ζέστη όλο το χρόνο. Γήπεδα κλειστά, η μπάλα στο άουτ, οπότε χρειάζονται τα υποκατάστατα για να συνεχίσουν να ζουν και να αναπνέουν ποδοσφαιρικά, όπως έμαθαν από μικροί, εκείνες τις Κυριακές που συνήθως το χέρι του πατέρα φρόντιζε να τους μυήσει στον μαγικό κόσμο της στρόγγυλης Θεάς.
«Σε αυτό τον ιερό χώρο, η μοναδική θρησκεία που δεν έχει άθεους κάνει επίδειξη στους θεούς της», γράφει ο Γκαλεάνο. «Μέσα στο ναό… όσο διαρκεί η παγανιστική τελετουργία, ο οπαδός γίνεται ένα με τους άλλους. Με χιλιάδες άλλους πιστούς συμμερίζεται την πεποίθηση ότι είμαστε οι καλύτεροι, ότι όλοι οι διαιτητές είναι πουλημένοι και όλοι οι αντίπαλοι λαμόγια», συνεχίζει ο ίδιος στο βιβλίο του Το Ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως (Εκδ. Μεταίχμιο).
Τα υποκατάστατα είναι οι μεταγραφές. Είναι η συνέχεια του χειμερινού «πολέμου», αλλά ταυτόχρονα και προεόρτια των μαχών που έρχονται. Άρα και στο παιχνίδι των μεταγραφών θα πρέπει η ομάδα μας να είναι νικήτρια. Άλλωστε σε κάθε θρησκεία, οι τελετουργικοί κανόνες δεν εφαρμόζονται μόνο εντός του ναού.
Αυτό το καλοκαίρι είδαμε για πρώτη φορά Έλληνες ποδοσφαιριστές να ντύνονται με τα χρώματα ποδοσφαιρικών ομάδων άλλου επιπέδου. Και χαρήκαμε τόσο για τα παιδιά όσο και για την χώρα. Είναι αυτές οι μικρές «εθνικές νίκες» που τονώνουν το «εγώ» μας, χωρίς επί της ουσίας να λένε τίποτα. Ωστόσο την επίδραση αυτών των ανούσιων μικρών νικών καλό θα είναι να μην τις υποτιμά κανείς. Σκεφτείτε για παράδειγμα πόσοι πολιτικοί έχτισαν καριέρα επάνω σε τέτοιες μικρές νίκες. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Επιστροφή στις μεταγραφές.
Η φετινή μεταγραφή που άναψε φωτιές ήταν αναμφισβήτητα αυτή του Γιάννη Κωνσταντέλια από τον ΠΑΟΚ στη Ντόρτμουντ, εκεί που θα συναντηθεί με το άλλο “εθνικό” διαμάντι τον Καρέτσα. Δε νομίζω πως υπάρχει υγιής φίλαθλος στην χώρα που να μην χάρηκε με τη μεταγραφή. Αρκεί φυσικά να μην είναι οπαδός του ΠΑΟΚ. Ο ορθολογισμός στη σκέψη του οπαδού αφοπλίζεται από το συναίσθημα. «Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς τον μάγο;». Άλλωστε μαγεία χωρίς μάγους δεν μπορεί να υπάρξει. Όταν λοιπόν στερείς από τον οπαδό την προσμονή της μαγείας, τότε η τελετουργία εντός του ναού χάνει ένα μέρος της λατρευτικής διάστασης.
Ναι, οι ποδοσφαιρικές ομάδες είναι πλέον επιχειρήσεις και οι ιδιοκτήτες επιχειρηματίες, κι αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν και οι οπαδοί. Αυτό όμως είναι και κάτι που ξεπερνάνε με ευκολία. Γιατί αυτοί θέλουν να ζήσουν το όνειρο. Θέλουν τις δικές τους Κυριακές. Θέλουν τη νίκη στον πόλεμο. Θέλουν να ζήσουν το μυστήριο που προκαλεί η κίνηση του μάγου.
Παρακολουθώντας, όχι στενά, το σίριαλ Κωνσταντέλια (το οποίο σημειώστε πως δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι δεν θα έχει και πολιτικές προεκτάσεις) το μυαλό μου πήγε στην αγαπημένη των Λαρισαίων. Ο νέος ιδιοκτήτης της ομάδας έθεσε πριν λίγο καιρό συγκεκριμένους στόχους, με βασικό τον εξορθολογισμό των οικονομικών στοιχείων της ΠΑΕ. Λογικό. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί εσαεί, αν δεν είναι οικονομικά καθαρή. Ο ίδιος, μιλώντας σε ισχυρούς επιχειρηματίες της πόλης, έχει αναλύσει το μοντέλο του και ξεκινάει την δική του διαδρομή, συμμέτοχος πλέον στο βυσσινί όνειρο. Οι φίλαθλοι αποφάσισαν να στηρίξουν το νέο μοντέλο, καθώς κατάλαβαν πως και σωστό είναι και δεν υπήρχε κάποια άλλη επιλογή.
Όλα αυτά φυσικά μέχρι να μπουν στο ναό. Μέχρι να αρχίσουν οι θρησκευτικές λειτουργίες. Εκεί αλλάζουν όλα. Ο οπαδός στην κερκίδα δεν μπορεί να μιλήσει για οικονομική εξυγίανση, για απλήρωτους λογαριασμούς και για χρέη. Αυτό το κάνει στο σπίτι του. Ή στην δική του επιχείρηση. Όχι στο γήπεδο. Εκεί απαγορεύεται. Γιατί χαλάει η μαγεία. Κι όταν χαλάσει η μαγεία, σταματάει το όνειρο.
Στο σημείο αυτό ξεκινούν τα προβλήματα. Είτε σε λένε Σαββίδη, είτε Στυλιανό. Είτε σε λένε Βαρδινογιάννη, είτε Νταβέλη. Η ζυγαριά δεν μετράει χρήματα. Μετράει όνειρα. Γι αυτό και στην αρχή είναι όλα καλά. Μέχρι που η ομάδα για παράδειγμα κάνει ένα διπλό στην Καλλιθέα και ο οπαδός χωρίς να τολμάει (ακόμα) να το ξεστομίσει σκέφτεται στον ύπνο του (και στον ξύπνιο του) το Κύπελλο ξανά στον Πηνειό.
Αν δεν το σκεφτόταν δεν θα ήταν οπαδός. Σίγουρα όχι οπαδός του ποδοσφαίρου. Θα προτιμούσε για παράδειγμα το γκολφ. Εκεί όμως δεν υπάρχει ούτε πόλεμος, ούτε μαγεία. Ακόμα και αυτοί που το προτιμούν, συνήθως πάμπλουτοι επιχειρηματίες που κλείνουν μεγάλες δουλειές προσπαθώντας να στείλουν το μπαλάκι στην τρύπα, ξέρουν πως για να πετύχουν τα δικά τους επιχειρηματικά ή πολιτικά σχέδια, δεν θα το κάνουν κρατώντας το μπαστούνι του γκολφ στο χέρι. Θα τα πετύχουν φορώντας το κασκόλ της ομάδας στο λαιμό. Τρέφουν το όνειρο, μέχρι που τους καταπίνει. Μοναδικός κερδισμένος πάντα ο οπαδός. Κι ας μην έχει κερδίσει τίποτα…
























