Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
Φθινόπωρο του 1974. Το τηλέφωνο του νεαρού και άγνωστου ακόμα στο ευρύ κοινό Γιώργου Σουφλιά χτυπάει. Του προτείνουν να βάλει το όνομά του στο ψηφοδέλτιο της ΝΔ στη Λάρισα. Η επιλογή είναι του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η πρόταση γίνεται στον Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος, εκείνη την εποχή, ήταν επιφορτισμένος με την κατάρτιση των ψηφοδελτίων του κόμματος. Ο αστικός μύθος λέει πως ο νεαρός Σαρακατσάνος, όταν είδε το όνομά του να ανακοινώνεται στο γαλάζιο ψηφοδέλτιο του ν. Λάρισας για πρώτη φορά, βγήκε να περπατήσει στην πλατεία Ταχυδρομείου. Πλησίασε στο περίπτερο και ζήτησε ένα πακέτο τσιγάρα. Κάθισε σε ένα από τα παγκάκια της πλατείας, άναψε το τσιγάρο του και βυθίστηκε στις σκέψεις. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε η φωνή του περιπτερά: «Σήκω, μην κάθεσαι. Έχεις εκλογές. Πρέπει να εκλεγείς βουλευτής…»
Από την ημέρα εκείνη που σηκώθηκε από το παγκάκι της Ταχυδρομείου μέχρι το 2009 όταν και εγκατέλειψε την ενεργό πολιτική δράση, ο Γιώργος Σουφλιάς δεν κάθισε ποτέ ξανά. Έχτισε βήμα-βήμα τον προσωπικό του μύθο, «αλώνοντας» εκλογικά το νομό Λάρισας, και ήταν αυτή η άλωση που του έδωσε το ισχυρότερο διαβατήριο για την εκτίναξή του στις θέσεις όπου τον ρυθμό στα πολιτικά πράγματα της χώρας έδιναν μόνο πρώτα βιολιά.
Από το Σουπλί, την Αγιά Τριάδα των Φαρσάλων, ένα χωριό με ελάχιστα φτωχικά, συγγενικά, σπίτια το οποίο δεν γνώριζαν καλά-καλά οι πολίτες του νομού της Λάρισας, κατάφερε να μπει στα μεγάλα σαλόνια της πρωτεύουσας. Και από το τσελιγκάτο του παππού του, στα γραφεία των πιο σημαντικών υπουργείων –και όχι μόνο- της χώρας.
Πρόσφατα ένας από τους στενούς του φίλους εκείνης της περιόδου, ο βιομήχανος Ελευθέριος Σαΐτης εξηγούσε πώς το «βίωμα του τσελιγκάτου» μπορεί να σε οδηγήσει στην κορυφή. Ίσως δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως και οι δυο άντρες περπάτησαν μοναχικά μέχρι την κορυφή. Ο ένας στον κόσμο των επιχειρήσεων και ο άλλος σε αυτόν της πολιτικής. Και σίγουρα δεν είναι τυχαίο πως φτάνοντας πολύ ψηλά και οι δύο, δεν σταμάτησαν ποτέ να κοιτάζουν χαμηλά, ενθυμούμενοι πάντοτε την ζωή στο τσελιγκάτο των πρόγονων τους.
Αυτή η καταγωγή, η σχέση δηλαδή με την γη και τους ανθρώπους, καθώς και ο γάμος του με την Μαριάννα Κόρακα, η οικογένεια της οποίας ήταν ενταγμένη στο ΚΚΕ, αποτέλεσαν δυο βασικά στοιχεία που διαμόρφωσαν την πορεία του. Είχε αντιληφθεί, με άλλο λόγια, από νωρίς τη σημασία του να είναι κανείς γήινος και χωρίς πολιτικές γωνίες, χαρακτηριστικά που διαμόρφωσαν τελικά την πολιτική του συμπεριφορά.
Υπηρέτησε την παράταξη της ΝΔ και όλους τους προέδρους της, οι οποίοι του ανέθεσαν κρίσιμα κυβερνητικά πόστα. Από τα υπουργεία που πέρασε άφησε την δική του σφραγίδα, υλοποιώντας έργα που άλλαξαν την εικόνα της χώρας, χωρίς ωστόσο ποτέ να ξεχνάει τον τόπο της καταγωγής του. Το μεγάλο έργο της αποχέτευσης της Λάρισας, που υλοποιήθηκε από τον αείμνηστο δήμαρχο Αριστείδη Λαμπρούλη δεν θα είχε γίνει ποτέ, αν δεν πίεζε ο ίδιος, πρώτος, προς αυτή την κατεύθυνση, προσφέροντας στον Λαμπρούλη και στην πόλη μια μοναδική ευκαιρία που δεν χάθηκε. Τα αντιπλημμυρικά έργα, το Γενικό Νοσοκομείο της Λάρισας, η υπόγειος στη Φαρσάλων, η διπλή πεζογέφυρα στον Άγιο Αχίλλιο και πολλά ακόμα μικρότερα ή μεγαλύτερα έργα φέρουν ως ένα βαθμό και τη δική του σφραγίδα. Το ίδιο και σε ολόκληρη τη χώρα. Οι μεγάλοι οδικοί άξονες, ο Αχελώος, το χωροταξικό, η μεταρρύθμιση στην Παιδεία μέσα στο καμίνι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είναι μόνο μερικά από αυτά.
Η δική του μεγάλη προσωπική, πολιτική, στιγμή, ήρθε το 1997. Όταν στο τέταρτο συνέδριο της ΝΔ, διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματος. Ο ίδιος στηριζόμενος από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη θεώρησε πως είχε έρθει η ώρα που ένας ακόμη βουλευτής επαρχίας θα γινόταν ο πρώτος στο μαντρί, ακολουθώντας, ίσως, τη διαδρομή που είχε χαράξει ο πολιτικός από τις Σέρρες που του είχε δώσει το βάφτισμα του πυρός. Τώρα βρισκόταν απέναντι στην οικογένεια Καραμανλή, η οποία εκπροσωπούνταν από τον νεαρό, τότε, Κώστα. Το επιτελείο του στο συνέδριο θεωρούσε βέβαιη την εκλογή του. Οι «δημογέροντες» όμως του κόμματος, με τη βοήθεια των «λοχαγών» και μια σειρά νέων στελεχών της ΟΝΝΕΔ, πιστών στον Κώστα Καραμανλή είχαν άλλη άποψη. Οι Λαρισαίοι στο επιτελείο του Σαρακατσάνου κατάλαβαν πως όλα είχαν τελειώσει, προτού καν ανοίξουν οι κάλπες, μόλις ο Κώστας Καραμανλής έκανε την εμφάνιση του στον χώρο του συνεδρίου.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει και η πιο δύσκολη πολιτική περίοδος του Γιώργου Σουφλιά, καθώς λίγο αργότερα, με απόφαση του προέδρου, πλέον, της ΝΔ Κώστα Καραμανλή διαγράφεται από την παράταξη την οποία είχε υπηρετήσει με πάθος. Ο ίδιος μένει στην άκρη, αναστοχάζεται, δεν κρύβει την πικρία του, την οποία εκδηλώνει όμως σε λίγους ανθρώπους του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Τέσσερα χρόνια αργότερα έρχεται η ώρα της θριαμβευτικής επιστροφής: «Γιώργο καλώς ήρθες σπίτι σου…» δηλώνει ηχηρά ο Κώστας Καραμανλής και ο Σαρακατσάνος γίνεται το πιο κρίσιμο γρανάζι τόσο στην προεκλογική εκστρατεία του 2004, όσο και στην μετέπειτα κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Όλοι όσοι έζησαν από κοντά την κυβέρνηση Καραμανλή εκείνης της εποχής, γνωρίζουν πως δυο πρόσωπα κυβερνούν ουσιαστικά την χώρα: η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Γιώργος Σουφλιάς.
Το 2009, μετά την μεγάλη ήττα της ΝΔ, ο Λαρισαίος αποφασίζει να «αναπνεύσει καθαρό αέρα, μακριά από την πολιτική». Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι προχθές που άφησε την τελευταία του πνοή, δεν ξαναμίλησε ποτέ δημόσια.
Το φευγιό του Γιώργου Σουφλιά από τη ζωή σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για το νομό της Λάρισας. Ο πολιτικός που σφράγισε με την πορεία και το έργο του σχεδόν μισό αιώνα γράφει τους τίτλους τέλους μιας εποχής εντελώς διαφορετικής με τη σημερινή. Τότε, στη δεκαετία του 1980 που ο Γιώργος Σουφλιάς εκτινασσόταν εκλογικά, στη χώρα υπήρχαν τα μπλε και τα πράσινα καφενεία, και στη Λάρισα αυτοί που ήταν με τον Σουφλιά και αυτοί που ήταν απέναντί του. Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, ο ισχυρός είναι αυτός που βάζει πάντα τους κανόνες του παιχνιδιού και ο Γιώργος Σουφλιάς τους έβαλε με τρόπο ηχηρό και μοναδικό.
Αγιοποιήθηκε και κατηγορήθηκε. Λατρεύτηκε από τη μια, συνδέθηκε με παρασκήνια και διαπλοκή από την άλλη. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, μιας και η πορεία του υπήρξε μοναδική και η καταγωγή του δεν αποτελούσε το εύκολο διαβατήριο στον κόσμο των ισχυρών. Το αντίθετο μάλιστα. Ίσως για τον λόγο αυτό, τώρα που το χώμα θα τον σκεπάσει, αξίζει κανείς να σκεφτεί πως τελικά η καταγωγή δεν αποτελεί εμπόδιο. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και οι ικανότητές του αυτά που καθορίζουν το μέλλον του. Είναι και οι τύχη, οι συγκυρίες και αδιαμφισβήτητα οι επιλογές του.
Περπατώντας κανείς στον πεζόδρομο της Κούμα, εκεί όπου πριν από δεκαετίες έσφυζε από ζωή το περίφημο «υπόγειο», το στρατηγείο του Γιώργου Σουφλιά, δεν θα συναντήσει πολλούς πλέον που να έχουν ζήσει στο πετσί τους εκείνη την μαγική περίοδο. Ο κατάλογος ολοένα και μικραίνει. Μαζί με τον Σουφλιά και πολλά άλλα ονόματα Λαρισαίων στη σκιά του, έζησαν τον προσωπικό τους μύθο. Έτσι συμβαίνει πάντα.
Στη ζωή οι τίτλοι τέλους πέφτουν για όλους. Για τους πολιτικούς όμως η μάχη συνεχίζεται και μετά θάνατον, και μάλιστα είναι ίσως η σκληρότερη, καθώς αναμετριούνται με την ιστορία. Έχω την αίσθηση πως και αυτή τη μάχη θα την κερδίσει ο Σαρακατσάνος…
Υ.Γ: Πριν κάποια χρόνια παρακάλεσα τον φίλο μου τον Ηλία Σουφλιά, έναν άνθρωπο που έζησε από πολύ κοντά ολόκληρη τη διαδρομή του υπουργού, να του μεταφέρει την επιθυμία μου να συνομιλήσω μαζί του, με στόχο να καταγράψω την πολιτική του πορεία μέσα από τα δικά του λόγια. Ο υπουργός, ο οποίος τα τελευταία αυτά χρόνια ταλαιπωρούταν από σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν δέχθηκε την πρόταση αυτή. Το επιχείρημά μου για να καταφέρω να εξασφαλίσω αυτή την κουβέντα ήταν πως «αν ένας πολιτικός δεν καταθέσει την δική του οπτική και δεν δώσει την δική του εκδοχή για πρόσωπα και γεγονότα, τότε η ιστορία θα τον κατατάξει με βάση αυτά που θα πουν άλλοι για εκείνον. Ο Γιώργος Σουφλιάς το γνώριζε αυτό καλά. Ωστόσο δεν το έπραξε. Τουλάχιστον σε μένα. Ελπίζω να το έχει κάνει κάπου αλλού, αν και είμαι βέβαιος για το αντίθετο. Όπως και να χει η ιστορία θα γράψει. Και ότι κι αν γράψει, ο Σουφλιάς σίγουρα δεν θα αποτελεί υποσημείωση κάποιου κεφαλαίου της…
























