Του Άγγελου Προβιά
ΦΩΤΟ: Δημήτρης Καστανάρας//LarissaPress
«Η Λάρισα των 150.000 – 180.000 κατοίκων δικαιούται ένα ακόμη θερινό σινεμά. Εξάλλου βλέπουμε δύο παλιότερους θερινούς κινηματογράφους αφημένους στη μοίρα τους. Ο πρώτος είναι ο κινηματογράφος Άνεσις στην οδό Σεφέρη και ο δεύτερος ο κινηματογράφος Χαραυγή στα Ταμπάκικα. Ευτυχώς δεν έγιναν κι αυτοί ένα σούπερ μάρκετ ή μια πολυκατοικία, όπως συνέβη με άλλους θερινούς κινηματογράφους της πόλης μας».
Με αυτά τα λόγια συνοψίζει την ουσία της συζήτησής μας ο πρόεδρος της Κινηματογραφικής Λέσχης Λάρισας, κ. Θάνος Μουκούλης, ο οποίος μιλώντας στη LarissaPress θέτει το ερώτημα γιατί σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο όπως η Λάρισα δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός ακόμη θερινού κινηματογράφου ή ακόμη και για την αναβίωση ενός από τους δύο ιστορικούς κινηματογράφους που παραμένουν εγκαταλελειμμένοι, μέσα στα χόρτα και τις μνήμες μιας άλλης εποχής.

Από το Πανόραμα, τη Χαραυγή, την Αριζόνα και τον θερινό κινηματογράφο Φρούριο, μέχρι δεκάδες ακόμη αίθουσες κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό, η Λάρισα έφτασε κάποτε να αριθμεί περίπου 25 θερινούς κινηματογράφους. Σήμερα, μοναδικός εναπομείνας είναι ο Σινε Μύλος.
Όπως θυμάται ο κ. Μουκούλης, κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες να δημιουργηθούν νέοι θερινοί κινηματογράφοι. Μία από αυτές ήταν στην αυλή του Γαλλικού Ινστιτούτου.
«Υπήρξε η σκέψη να δημιουργηθεί εκεί ένας θερινός κινηματογράφος, όμως προφανώς οι συνθήκες δεν ήταν οι κατάλληλες. Υπήρχαν πολυκατοικίες γύρω από τον χώρο και τελικά το εγχείρημα δεν ευδοκίμησε», σημειώνει.

«Η Λάρισα διψά για θερινό σινεμά»
«Ο κόσμος δεν θέλει να κάθεται το καλοκαίρι μέσα στο σπίτι του. Αναπολεί το θερινό σινεμά με το αγιόκλημα και το γιασεμί», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παρότι οι εποχές έχουν αλλάξει σε σχέση με τις χρυσές δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν το θερινό σινεμά αποτελούσε οικογενειακή γιορτή και τη διασκέδαση των πολλών, η ανάγκη του κόσμου για αυτή την εμπειρία παραμένει ζωντανή.
«Είναι πολύ θετικό που ο κόσμος αγαπά ακόμη τον κινηματογράφο κάτω από τα αστέρια, τις νύχτες με φεγγάρι. Παρότι έχει απομείνει μόνο ένας θερινός κινηματογράφος στη Λάρισα, ο κόσμος διψά για θερινό σινεμά. Είναι έξοδος, είναι κοινωνικό γεγονός και βρίσκεται πάντα στην καρδιά των Ελλήνων. Πολλές φορές, μάλιστα, λόγω της μεγάλης προσέλευσης, αναγκαζόμαστε να αφήσουμε κόσμο εκτός προβολών», τονίζει.

Οι κρίσεις και η εξέλιξη των θερινών κινηματογράφων
Ο κ. Μουκούλης επισημαίνει ότι μετά τη χρυσή εποχή ακολούθησαν διαδοχικές κρίσεις για τον κινηματογράφο.
Αρχικά ήρθε η κρατική και ιδιωτική τηλεόραση, στη συνέχεια η δυνατότητα «κατεβάσματος» ταινιών και σήμερα οι πλατφόρμες streaming και τα home cinema.
«Ο κινηματογράφος είναι κοινωνικότητα. Θα βγεις έξω, θα συναντήσεις κόσμο, θα μοιραστείς μια εμπειρία. Ειδικά στις μεγαλύτερες πόλεις αυτό είναι πολύ σημαντικό. Το να μένεις κλεισμένος στο σπίτι βλέποντας ταινίες δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία του θερινού κινηματογράφου», αναφέρει.
Παρά τις δυσκολίες, οι θερινοί κινηματογράφοι εξελίχθηκαν. Πλέον προβάλλουν ταινίες πρώτης προβολής κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ η συνολική εμπειρία έχει αναβαθμιστεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν, με άνετες πολυθρόνες, αναβαθμισμένες υπηρεσίες και διαφορετικές παροχές για το κοινό.

Η ιστορία του Σινε Μύλου
Η διαδρομή του Σινε Μύλου ξεκινά από τις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Λάρισας στο Χατζηγιάννειο.
«Μέχρι το 1993 προβάλλαμε ταινίες στο Χατζηγιάννειο σε συνεργασία με την εκάστοτε δημοτική αρχή. Η απήχηση ήταν τέτοια που δημιουργήθηκε η ανάγκη για έναν μόνιμο θερινό κινηματογράφο», θυμάται ο κ. Μουκούλης.
Για δύο καλοκαίρια οι προβολές φιλοξενήθηκαν προσωρινά στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Κούκλας, μέχρι να διαμορφωθεί ο χώρος του Μύλου του Παππά.
Από το 2000 και έπειτα ο Σινε Μύλος λειτουργεί ανελλιπώς, αποτελώντας τον μοναδικό θερινό κινηματογράφο της Λάρισας, με χωρητικότητα περίπου 180 θέσεων και με ένα κοινό που, όπως δείχνουν οι γεμάτες προβολές, εξακολουθεί να αγαπά τη μαγεία της μεγάλης οθόνης κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό της Λάρισας.

























