Δημήτρης Βαρακλιώτης
Σύμβουλος Επικοινωνίας & Στρατηγικού Σχεδιασμού
Κατήγγειλα τη μη απάντηση σε ένσταση και η ελεγκτική αρχή μού απάντησε για μια παλαιότερη αίτηση. Εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο άσκησης του διοικητικού ελέγχου.
Πόση υπομονή πρέπει να διαθέτει ένας πολίτης για να λάβει μια σαφή και ουσιαστική απάντηση από τη δημόσια διοίκηση; Και ποιος ελέγχει τελικά εκείνους που έχουν θεσμική υποχρέωση να ελέγχουν;
Η προσωπική μου περιπέτεια με τον Δήμο Φαρσάλων και την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας αναδεικνύει ένα ζήτημα που ξεπερνά τη δική μου περίπτωση. Αφορά την αποτελεσματικότητα των διοικητικών ελέγχων και τον σεβασμό στον πολίτη που ζητά να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Όλα ξεκίνησαν από αίτησή μου για οικονομική ενίσχυση λόγω ζημιών από τη θεομηνία Daniel. Η αίτηση απορρίφθηκε και η σχετική απόφαση μου γνωστοποιήθηκε με έγγραφο του Δήμου Φαρσάλων στις 20 Μαΐου 2025. Ακριβώς επειδή διαφωνούσα με την απόρριψη, υπέβαλα στις 11 Ιουνίου 2025 ένσταση με αριθμό πρωτοκόλλου 9703.
Ακολούθησε μακρά αναμονή, χωρίς να μου κοινοποιηθεί απόφαση επί της ένστασής μου. Δεν ζήτησα χάρη ούτε απαίτησα να γίνει υποχρεωτικά δεκτό το αίτημά μου. Ζήτησα να εξεταστεί η ένσταση και να λάβω επίσημη, αιτιολογημένη απάντηση.
Στις 27 Ιουλίου 2026 υπέβαλα καταγγελία στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας για τη μη έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ένστασης. Με το έγγραφο 36703 της 30ής Ιουλίου 2026, η ίδια η Αποκεντρωμένη διαβίβασε την καταγγελία στον Δήμο Φαρσάλων και ζήτησε εξηγήσεις για την πορεία της ένστασης, τους λόγους καθυστέρησης, το αρμόδιο όργανο και τυχόν απόφαση.
Η υπηρεσία επικαλέστηκε μάλιστα το άρθρο 10 του Συντάγματος και τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Επομένως, το αντικείμενο της καταγγελίας μου είχε προσδιοριστεί απολύτως καθαρά. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το τι ζητούσα να ελεγχθεί.
Και όμως, στις 22 Οκτωβρίου 2026 έλαβα το έγγραφο 50853, με το οποίο η Αποκεντρωμένη με ενημέρωνε ότι, σύμφωνα με τις απόψεις του Δήμου, η αρχική αίτησή μου εξετάστηκε και απορρίφθηκε και ότι η απόρριψη μου είχε γνωστοποιηθεί στις 20 Μαΐου 2025.
Δηλαδή, κατήγγειλα ότι δεν μου έχει δοθεί απάντηση στην ένσταση της 11ης Ιουνίου 2025 και η ελεγκτική αρχή μου απάντησε για την αρχική απόρριψη της 20ής Μαΐου 2025. Μου επανέλαβε κάτι που ήδη γνώριζα και που ήταν ακριβώς η αιτία για την οποία υπέβαλα την ένσταση.
Πώς είναι δυνατόν μια υπηρεσία να ζητά από τον Δήμο εξηγήσεις για μια συγκεκριμένη ένσταση και στη συνέχεια να απαντά στον πολίτη για μια προγενέστερη αίτηση; Ποιος έλεγξε αν οι εξηγήσεις που δόθηκαν ανταποκρίνονταν στα ερωτήματα της ίδιας της Αποκεντρωμένης; Αναζητήθηκε απόφαση επί της ένστασης; Αν δεν υπήρχε, ζητήθηκε αιτιολόγηση της καθυστέρησης;
Τα ερωτήματα αυτά δεν συνιστούν προσωπική επίθεση σε υπαλλήλους. Αφορούν την ουσία του ελέγχου. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν μπορεί, στο πλαίσιο των νόμιμων αρμοδιοτήτων της, να περιορίζεται σε μια απλή μεταφορά απόψεων χωρίς να καθίσταται σαφές αν εξετάστηκε το συγκεκριμένο αντικείμενο της καταγγελίας.
Αυτό που διαπιστώνω από την απάντηση που έλαβα είναι ότι το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Δεν γνωρίζω αν η ένστασή μου εξετάστηκε, ποιο όργανο την εξέτασε, αν εκδόθηκε απόφαση και αν αυτή κοινοποιήθηκε. Η αναφορά στην αρχική απόρριψη δεν απαντά σε τίποτε από αυτά.
Ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να αναλώνει τον χρόνο του σε ατελείωτη αλληλογραφία, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά τα ίδια. Ούτε είναι αποδεκτό να μετατρέπεται η αναζήτηση μιας διοικητικής απάντησης σε διαρκή δοκιμασία υπομονής. Ιδίως όταν η υπόθεση αφορά συνέπειες μιας τόσο καταστροφικής πλημμύρας, η καθυστέρηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο τον Δήμο Φαρσάλων. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο η Αποκεντρωμένη Διοίκηση χειρίστηκε τη συγκεκριμένη καταγγελία. Πρόκειται για ανεπαρκή διερεύνηση ή υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση για την παράκαμψη του ουσιώδους ζητήματος; Δεν μπορώ να αποδώσω προθέσεις χωρίς στοιχεία. Μπορώ όμως να απαιτήσω συγκεκριμένες απαντήσεις.
Θα ζητήσω εκ νέου τη σχετική απόφαση, εφόσον υπάρχει, πρόσβαση στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου και πλήρη αιτιολόγηση για την τύχη της ένστασής μου. Θα ζητήσω επίσης να διευκρινιστεί πώς η ελεγκτική αρχή κατέληξε σε μια ενημέρωση που δεν αντιμετωπίζει το πραγματικό αντικείμενο της καταγγελίας.
Δεν ζητώ ευνοϊκή μεταχείριση. Ζητώ να τηρηθούν οι διαδικασίες και να δοθεί απάντηση στην ένσταση που πράγματι υπέβαλα. Η δημόσια διοίκηση δεν κρίνεται από τον αριθμό των πρωτοκόλλων ή των εγγράφων που ανταλλάσσει. Κρίνεται από το αν εξετάζει την ουσία, αν λογοδοτεί και αν σέβεται τον πολίτη.
Όταν ένας πολίτης προσφεύγει στην ελεγκτική αρχή για τη σιωπή μιας υπηρεσίας και καταλήγει να ζητά εξηγήσεις ακόμη και για την απάντηση της ίδιας της ελεγκτικής αρχής, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό. Είναι θεσμικό.
Και το ερώτημα παραμένει: Ποιος ελέγχει την ουσιαστική αποτελεσματικότητα εκείνων που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο της δημόσιας διοίκησης
























