Η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού επαναφέρει στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης αν πρέπει να μειωθεί ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά ώστε να ανακοπεί η ακρίβεια στο ράφι, άποψη που η κυβέρνηση δεν υιοθετεί.
Τα στοιχεία παραμένουν ανησυχητικά καθώς ο πληθωρισμός αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,8%, από 2,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ πίσω από τον γενικό δείκτη καταγράφονται πολύ μεγαλύτερες ανατιμήσεις σε καθημερινά προϊόντα. Η τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος ήταν αυξημένη κατά 13,5%, του αρνιού και του κατσικιού κατά 11,3% και των αλίπαστων ψαριών κατά 11,5%.
Την ίδια ώρα, το ενεργειακό σοκ επιστρέφει μέσω καυσίμων, φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος, απειλώντας να δημιουργήσει νέο κύμα αυξήσεων στην παραγωγή και στις μεταφορές.
Παρά τον προβληματισμό ότι η αύξηση των τιμών θα συνεχιστεί, η κυβέρνηση επιμένει ότι η αποτελεσματικότερη απάντηση βρίσκεται στις αυξήσεις μισθών, στις μειώσεις της άμεσης φορολογίας και στις στοχευμένες ενισχύσεις. Στη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι είναι αμφίβολο αν ακόμη και το 20% μιας μείωσης του ΦΠΑ θα φτάσει στις τελικές τιμές και πρόσθεσε ότι ένα οριζόντιο μέτρο θα ωφελούσε και τα υψηλά εισοδήματα, καθώς και τους ξένους επισκέπτες. Η συζήτηση, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από ένα «ναι» ή ένα «όχι» στον ΦΠΑ.
Το ποσοστό που επικαλέστηκε ο πρωθυπουργός προέρχεται από μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία η βραχυπρόθεσμη μετακύλιση μιας προσωρινής μείωσης του ΦΠΑ στις τιμές κυμαίνεται μεταξύ 19% και 25%. Στην ίδια μελέτη ωστόσο, υπάρχουν δύο κρίσιμες επισημάνσεις. Η μία είναι ότι η επίδραση μιας μόνιμης μείωσης είναι σχεδόν διπλάσια και επίσης ότι η μετακύλιση ενισχύεται όταν η φορολογική παρέμβαση συνοδεύεται από μεγαλύτερο ανταγωνισμό και περιορισμό των στρεβλώσεων στην αγορά. Επομένως, το 20% δεν αποτελεί έναν σταθερό κανόνα για κάθε προϊόν και κάθε μορφή μείωσης των έμμεσων φόρων, αλλά αντίθετα περιγράφει κυρίως τη βραχυπρόθεσμη αντίδραση σε μια προσωρινή παρέμβαση, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας της ελληνικής αγοράς.
Η πρακτική σημασία φαίνεται σε ένα απλό παράδειγμα, με ένα προϊόν με καθαρή αξία 10 ευρώ, το οποίο πωλείται προς 11,30 ευρώ με ΦΠΑ 13%. Εάν ο συντελεστής μειωνόταν στο 6% και το όφελος περνούσε ολόκληρο στο ράφι, η τιμή θα υποχωρούσε στα 10,60 ευρώ, δηλαδή κατά 70 λεπτά ή 6,2%. Με μετακύλιση μόνο 25%, η έκπτωση για τον καταναλωτή θα περιοριζόταν περίπου στα 18 λεπτά.
Το Ισπανικό μοντέλο
Η ισπανική εμπειρία δεν επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι μειώσεις του ΦΠΑ χάνονται αναγκαστικά στα περιθώρια των επιχειρήσεων. Τον Ιανουάριο του 2023 η Ισπανία μηδένισε τον ΦΠΑ, από 4%, σε βασικά τρόφιμα και μείωσε από 10% σε 5% τον συντελεστή σε ζυμαρικά και μαγειρικά έλαια. Μελέτη της Τράπεζας της Ισπανίας, βασισμένη στις καθημερινές τιμές περίπου 10.000 προϊόντων, διαπίστωσε ότι η μετακύλιση στο συγκεκριμένο σούπερ μάρκετ ήταν σχεδόν πλήρης, αν και η ταχύτητα διέφερε ανά προϊόν.
Ανάλογη εικόνα έδωσε η ισπανική Επιτροπή Ανταγωνισμού, αφού συγκέντρωσε περισσότερες από 60.000 τιμές λιανικής, δεν εντόπισε συστηματικές ενδείξεις μη μετακύλισης της μείωσης από τις μεγάλες αλυσίδες. Η παρέμβαση συνοδεύτηκε από υποχρέωση διατήρησης του φορολογικού οφέλους στις τιμές και από οργανωμένη παρακολούθηση. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν την ισπανική περίπτωση από μια απλή νομοθετική αλλαγή χωρίς μηχανισμό ελέγχου.
Μηδενικός ΦΠΑ σε τρόφιμα
Η Πορτογαλία μηδένισε τον Απρίλιο του 2023 τον ΦΠΑ σε καλάθι 46 βασικών τροφίμων, από ψωμί, γάλα και αυγά μέχρι κρέας, ψάρια, φρούτα και λαχανικά. Το μέτρο εφαρμόστηκε στο πλαίσιο συμφωνίας κυβέρνησης, παραγωγών και λιανεμπορίου και συνοδεύτηκε από παρακολούθηση των τιμών.
Μέχρι το τέλος Ιουνίου, η τιμή του συγκεκριμένου καλαθιού είχε μειωθεί κατά 9,67%, σύμφωνα με τα στοιχεία της πορτογαλικής αρχής ασφάλειας τροφίμων και οικονομικού ελέγχου. Η πτώση ήταν μεγαλύτερη από την καθαρά αριθμητική επίδραση της κατάργησης του συντελεστή 6%, γεγονός που δείχνει ότι συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, όπως η αποκλιμάκωση ορισμένων τιμών παραγωγού. Η κυβέρνηση είχε υπολογίσει ότι το μέτρο θα αφαιρούσε περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από τον πληθωρισμό του 2023.
Μειώσεις εφαρμόστηκαν επίσης στην Πολωνία, όπου ο ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα υποχώρησε από 5% σε μηδενικό συντελεστή από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Μάρτιο του 2024, και στην Κύπρο, όπου επιλεγμένα τρόφιμα, βρεφικά είδη και προϊόντα υγιεινής απαλλάχθηκαν προσωρινά από τον φόρο.
Το ελληνικό πείραμα των 24 νησιών
Η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση βρίσκεται στην Ελλάδα, όπου από την 1η Ιανουαρίου 2026 εφαρμόζονται μειωμένοι κατά 30% συντελεστές ΦΠΑ σε συνολικά 24 νησιά του Βορείου Αιγαίου, της Σαμοθράκης και των Δωδεκανήσων. Ο κανονικός συντελεστής μειώθηκε από 24% σε 17% και ο μειωμένος από 13% σε 9%. Στο καθεστώς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Κως, η Λέρος, η Λήμνος, η Ικαρία, η Κάλυμνος, η Κάρπαθος, η Αστυπάλαια, η Σύμη, η Τήλος, η Κάσος, η Πάτμος, οι Λειψοί, η Νίσυρος, η Χάλκη και η Σαμοθράκη.
Αριθμητικά, ένα προϊόν καθαρής αξίας 100 ευρώ κοστίζει 113 ευρώ στην ηπειρωτική χώρα όταν υπάγεται σε ΦΠΑ 13% και 109 ευρώ στα συγκεκριμένα νησιά. Εφόσον η μείωση περάσει ολόκληρη, η τελική τιμή είναι χαμηλότερη κατά 3,5%. Σε προϊόν με συντελεστή 24%, η μετάβαση στο 17% μπορεί να μειώσει την τελική τιμή κατά 5,6%.
Εννέα μήνες μετά, όμως, δεν έχει παρουσιαστεί επίσημη αξιολόγηση για το ποσοστό που έφτασε στον καταναλωτή, ενώ δεν υπάρχει επίσης δημοσιευμένο «καλάθι» ίδιων προϊόντων πριν και μετά την αλλαγή. Έτσι, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη μείωση του ΦΠΑ ως περιφερειακό μέτρο, αλλά δεν διαθέτει ακόμη δημόσια τεκμηρίωση για την επίδρασή της στις τιμές. Το γεγονός ωστόσο οτι το μέτρο που είχε εφαρμοστεί σε λιγότερα νησιά, επεκτάθηκε από την αρχή του χρόνου, αποδεικνύει ότι ο στόχος μείωσης των τιμών έχει επιτευχθεί.
Η επιφυλακτικότητα της κυβέρνησης συνδέεται και με τη μεγάλη εξάρτηση των εσόδων από την κατανάλωση, καθώς τα στοιχεία δείχνουν οτι στην Ελλάδα οι έμμεσοι φόροι καλύπτουν περίπου το 60% των εσόδων, ενώ στις περισσότερες χώρες το αντίστοιχο ποσοστό είναι ακόμα και κάτω από το 50%. Στο επτάμηνο του 2026 οι εισπράξεις ΦΠΑ έφτασαν τα 17,74 δισ. ευρώ. Η ακρίβεια, συνεπώς, δεν επιβαρύνει μόνο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά γεμίζει και τα κρατικά ταμεία, καθώς ο ΦΠΑ υπολογίζεται πάνω στην υψηλότερη τιμή. Αυτό εξηγεί γιατί μια μείωσή του δημιουργεί βέβαιη απώλεια για το Δημόσιο, ακόμη κι αν το όφελος για το νοικοκυριό παραμένει υπό συζήτηση.























