Του Άγγελου Προβιά
Τα σπίτια μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικές «θερμικές παγίδες» κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με την κατάσταση να γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη σε κατοικίες χωρίς επαρκή θερμική προστασία. Αυτό αποτυπώνει η έρευνα της Greenpeace Ελλάδας και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου, η οποία περιλαμβάνει μετρήσεις σε κατοικίες έξι διαφορετικών περιοχών της χώρας, μεταξύ των οποίων η περιοχή Λάρισας–Καλαμπάκας.
Στην περιοχή Λάρισας–Καλαμπάκας εξετάστηκαν τέσσερις κατοικίες διαφορετικού επιπέδου ενεργειακής προστασίας. Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντικές διαφορές στη συμπεριφορά των κτιρίων απέναντι στις υψηλές θερμοκρασίες.
Η αμόνωτη κατοικία αποδείχθηκε η πλέον επιβαρυμένη. Η μέση εσωτερική θερμοκρασία διαμορφώθηκε στους 29,4 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή 4,4 βαθμούς πάνω από το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25°C που χρησιμοποιεί η μελέτη, ενώ η μέγιστη θερμοκρασία έφτασε τους 33,4°C.
Μάλιστα, κατά την περίοδο του καύσωνα του Ιουλίου, η συγκεκριμένη κατοικία παρέμεινε πάνω από τους 30°C για μία ολόκληρη εβδομάδα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σε όλη τη διάρκεια του Ιουλίου, σύμφωνα με την έκθεση, η θερμοκρασία στο εσωτερικό της δεν έπεσε ούτε μία φορά κάτω από τους 28°C.
Ακόμη υψηλότερη θερμοκρασία καταγράφηκε σε κατοικία με ήπια ενεργειακή αναβάθμιση. Εκεί η μέση εσωτερική θερμοκρασία ήταν 28,3°C, ενώ κατά τον καύσωνα του Ιουλίου έφτασε τους 35°C, την υψηλότερη καταγεγραμμένη θερμοκρασία στο σύνολο των κατοικιών της περιοχής Λάρισας–Καλαμπάκας που συμμετείχαν στην έρευνα.
Στην τρίτη κατοικία, με ήπια ενεργειακή αναβάθμιση, η μέση θερμοκρασία ήταν 27,3°C και η μέγιστη 30,9°C, ενώ στην παθητική κατοικία η μέση θερμοκρασία διαμορφώθηκε στους 27,2°C και η μέγιστη στους 29,5°C.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για την ποιότητα του αέρα. Στην αμόνωτη κατοικία της περιοχής η μέγιστη συγκέντρωση CO₂ έφτασε τα 2.940 ppm, επίδοση που η έκθεση χαρακτηρίζει ως τη σοβαρότερη περίπτωση ανεπαρκούς αερισμού στο συνολικό δείγμα της έρευνας.
Την ίδια στιγμή, στις κατοικίες με ήπια ενεργειακή αναβάθμιση και στην παθητική κατοικία της περιοχής, οι μέσες συγκεντρώσεις CO₂ παρέμειναν κάτω από 500 ppm.
Τα στοιχεία δείχνουν, σύμφωνα με τους ερευνητές, τη σημασία που έχει η συνολική ενεργειακή προστασία ενός κτιρίου. Η απλή χρήση κλιματιστικών δεν αρκεί όταν το κέλυφος του κτιρίου δεν μπορεί να συγκρατήσει τη δροσιά, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία να ανεβαίνει ξανά μετά τη διακοπή της ψύξης.
Στην αμόνωτη κατοικία, μάλιστα, παρά την ύπαρξη τριών κλιματιστικών μονάδων –μία 24.000 BTU και δύο 9.000 BTU– που λειτουργούσαν για 2 έως 5 ώρες ημερησίως, η υπερθέρμανση του εσωτερικού παρέμενε έντονη.
Η έρευνα αναδεικνύει έτσι ένα ζήτημα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για περιοχές όπως η Λάρισα, όπου οι υψηλές θερινές θερμοκρασίες αποτελούν πλέον επαναλαμβανόμενο φαινόμενο: δεν αρκεί μόνο το πόσο ζεστά είναι έξω, αλλά και το κατά πόσο το ίδιο το σπίτι μπορεί να προστατεύσει τους ανθρώπους που ζουν μέσα σε αυτό.
























