Ρεπορτάζ: Δημήτρης Καστανάρας // LarissaPress
Λιγότερες γεννήσεις, περισσότερες ανάγκες και μια νέα γενιά που δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να κάνει το βήμα προς τη δημιουργία οικογένειας.
Η Λάρισα αλλάζει. Όχι μόνο στους δρόμους, στις γειτονιές και στις νέες οικοδομές. Αλλάζει και ηλικιακά. Τα παιδιά λιγοστεύουν, οι μεγαλύτερες ηλικίες αυξάνονται και όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι μεταθέτουν για αργότερα την απόφαση να αποκτήσουν οικογένεια.
Οι αριθμοί των γεννήσεων αποτελούν πλέον ένα σαφές καμπανάκι για το μέλλον της πόλης. Το δημογραφικό δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά το μέλλον της χώρας. Είναι πρόβλημα υπαρκτό. Σημερινό. Και αφορά και τη Λάρισα.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται νέα ζευγάρια που δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία, εργαζόμενοι που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες υποχρεώσεις, γυναίκες που μεταθέτουν τη μητρότητα σε μεγαλύτερη ηλικία και οικογένειες που υπολογίζουν πλέον πολύ προσεκτικά το κόστος ενός δεύτερου ή τρίτου παιδιού. Και όσο η απόφαση για ένα παιδί μετατίθεται, τόσο αλλάζει και η δημογραφική εικόνα της πόλης.
1.222 μέχρι σήμερα οι γεννήσεις για το 2026
Σύμφωνα με τα πεπραγμένα του Ληξιαρχείου του Δήμου Λαρισαίων, το 2016 καταγράφηκαν 3.126 γεννήσεις και 1.168 θάνατοι, ενώ τη χρονιά που διανύουμε, το 2026, έως σήμερα, οι γεννήσεις ανέρχονται σε μόλις 1.222 και οι θάνατοι σε 1.155.
Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο ένας αριθμός. Είναι η τάση. Και όταν η τάση είναι καθοδική, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς στατιστικό και αποκτά σαφείς κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις.

Το δημογραφικό με μια ματιά
Το δημογραφικό πρόβλημα δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των γεννήσεων. Κρίνεται από τη σχέση γεννήσεων και θανάτων, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού.

Σε πανελλαδικό επίπεδο, βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις ζώντων, μειωμένες κατά 4,2% σε σχέση με το 2023, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 126.916.
Η διαφορά είναι μεγάλη και αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης. Οι επιπτώσεις, άλλωστε, δεν περιορίζονται στις ληξιαρχικές πράξεις.

Σήμερα το ζήτημα αφορά τις γεννήσεις. Αύριο θα αφορά τον αριθμό των μαθητών στα σχολεία. Στη συνέχεια, την αγορά εργασίας και, σε βάθος χρόνου, το ασφαλιστικό σύστημα, τις δομές υγείας και την κοινωνική φροντίδα. Το δημογραφικό λειτουργεί σαν μια αλυσίδα, στην οποία κάθε κρίκος επηρεάζει τον επόμενο.
«Θέλουμε παιδιά, αλλά δεν ξέρουμε αν μπορούμε να τα μεγαλώσουμε»
Ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό κομμάτι της ιστορίας. Γιατί πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο υπάρχει μια προσωπική απόφαση. Ένα νέο ζευγάρι που σκέφτεται να αποκτήσει παιδί δεν υπολογίζει μόνο την επιθυμία του. Υπολογίζει το ενοίκιο ή το στεγαστικό δάνειο, τον μισθό, τη σταθερότητα της εργασίας, τα έξοδα ενός παιδικού σταθμού, το κόστος των βασικών αγαθών, αλλά και το ενδεχόμενο ένας από τους δύο γονείς να χρειαστεί να περιορίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα. Κάπου εκεί, η απόφαση μετατίθεται. «Όχι τώρα. Αργότερα, όταν θα είμαστε καλύτερα». Μόνο που το «αργότερα» μπορεί να γίνει χρόνια. Και για τη δημογραφία, αυτά τα χρόνια είναι κρίσιμα.
Η Τζένη και ο Κίμων, ως νέο ζευγάρι, μας είπαν: «Θέλουμε να κάνουμε οικογένεια, αλλά πρώτα πρέπει να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας. Το υψηλό κόστος ζωής, οι φόροι, οι μισθοί που φτάνουν μόλις για τα απαραίτητα και το κόστος της εκπαίδευσης και της φροντίδας των παιδιών κάνουν την απόφαση δύσκολη. Ένα νέο ζευγάρι καλείται να πληρώσει για βρεφικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία, δραστηριότητες και φροντιστήρια, ενώ παράλληλα πρέπει να καλύψει ενοίκιο ή στεγαστικό και τους καθημερινούς λογαριασμούς. Οι σπουδές, η αναζήτηση εργασίας και η προσπάθεια για οικονομική σταθερότητα μεταθέτουν τη δημιουργία οικογένειας όλο και αργότερα.
Χρειαζόμαστε ουσιαστική στήριξη από το κράτος και όχι αποσπασματικά μέτρα ή μικρά επιδόματα. Σε μια κοινωνία που δημιουργεί τόση ανασφάλεια για το μέλλον, είναι δύσκολο για ένα νέο ζευγάρι να αισθανθεί ότι μπορεί να μεγαλώσει παιδιά με ασφάλεια».
Η μητρότητα μετακινείται χρονικά
Η οικονομική κατάσταση δεν είναι, βέβαια, η μοναδική παράμετρος. Τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει συνολικά ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι άνθρωποι σπουδάζουν, εργάζονται, αποκτούν κατοικία και δημιουργούν οικογένεια.
Οι περισσότερες και μεγαλύτερης διάρκειας σπουδές, η είσοδος στην αγορά εργασίας σε μεγαλύτερη ηλικία, η εργασιακή αβεβαιότητα, η δυσκολία απόκτησης κατοικίας και οι αλλαγές στα κοινωνικά πρότυπα μεταθέτουν τη δημιουργία οικογένειας αργότερα. Αυτό έχει άμεσες δημογραφικές συνέπειες. Όσο αργότερα αποκτάται το πρώτο παιδί, τόσο περιορίζεται το χρονικό περιθώριο για την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού.

Τι βλέπουν οι γιατροί στη Λάρισα;
Οι μαιευτήρες και οι γυναικολόγοι είναι από τους επαγγελματίες που βλέπουν αυτή την αλλαγή στην πράξη, μέσα από την καθημερινή επαφή τους με γυναίκες και ζευγάρια. Τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια; Πόσο έχει μετακινηθεί ηλικιακά η μητρότητα; Ποιοι είναι οι βασικοί προβληματισμοί των ζευγαριών; Και σε ποιο βαθμό οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν τις αποφάσεις τους;
Για το θέμα ζητήσαμε και την άποψη της μαιευτήρα-γυναικολόγου κ. Ιουλίας Μαγαλιού, η οποία μας είπε: «Η ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού στη χώρα μας έχει πλέον ξεπεράσει τα 31 έτη, ενώ τη δεκαετία του ’90 ήταν περίπου 26, γεγονός που δείχνει τη σταδιακή αναβολή της τεκνοποίησης.
Τα βασικά εμπόδια που αναφέρουν τα ζευγάρια είναι η οικονομική στενότητα και η επαγγελματική αποκατάσταση. Πολλοί περιμένουν την «κατάλληλη στιγμή», η οποία όμως δύσκολα υπάρχει για μια τόσο σημαντική απόφαση. Η υπογονιμότητα επηρεάζει τις γεννήσεις, αλλά δεν αποτελεί την κύρια αιτία της υπογεννητικότητας. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου 300.000 ζευγάρια αντιμετωπίζουν δυσκολία στην τεκνοποίηση. Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μπορεί να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών, αλλά δεν αρκεί για να ανατρέψει τη συνολική δημογραφική τάση.
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι η αναβολή της τεκνοποίησης έχει πλέον γίνει ο κανόνας. Πολλά ζευγάρια αποκτούν το πρώτο τους παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταφεύγουν στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Πρόκειται κυρίως για μια κοινωνική αλλαγή, της οποίας τις συνέπειες καλείται να διαχειριστεί η ιατρική»
Τι μπορεί να κάνει η πόλη;
Το δημογραφικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από την κεντρική κυβέρνηση, ούτε, βέβαια, μπορεί να αποτελέσει αποκλειστική αρμοδιότητα ενός δήμου.
Χρειάζεται συνδυασμός πολιτικών που αγγίζουν την κατοικία, την εργασία, το εισόδημα, τους παιδικούς σταθμούς, την υγεία, την εκπαίδευση και συνολικά την υποστήριξη των γονέων.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί, ωστόσο, να συμβάλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος περισσότερο φιλικού προς τις οικογένειες. Ο Δήμος Λαρισαίων διαθέτει ήδη δομές και υπηρεσίες για οικογένειες και παιδιά.Το ερώτημα είναι αν αυτές επαρκούν, πού υπάρχουν κενά και τι επιπλέον μπορεί να γίνει σε τοπικό επίπεδο.

Από την πλευρά του Δήμου Λαρισαίων μίλησε στη LarissaPress ο Αντιδήμαρχος Χρήστος Αγορίτσας.
Αν θέλουμε μια πόλη να κρατά τους νέους ανθρώπους της και να τους δίνει το κίνητρο να δημιουργήσουν εδώ την οικογένειά τους, πρέπει πρώτα απ’ όλα να βρίσκεται δίπλα τους στην καθημερινότητα. Στη Λάρισα έχουμε δημιουργήσει ένα σημαντικό δίκτυο δομών και δράσεων: 27 δημοτικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ-ΜΕΑ, κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και δράσεις όπως η «Κατασκήνωση στην Πόλη».
Πρόκειται για παρεμβάσεις που στηρίζουν έμπρακτα την οικογένεια και κάνουν την καθημερινότητα των γονιών ευκολότερη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «Κατασκήνωση στην Πόλη». Δεν είναι απλώς ένα πρόγραμμα δημιουργικής απασχόλησης, αλλά μια ουσιαστική βοήθεια προς την οικογένεια, καθώς δίνει στα παιδιά δημιουργικό και ασφαλή χρόνο και παράλληλα επιτρέπει στους γονείς να συνεχίσουν την εργασία τους μέσα στο καλοκαίρι. Το 2026 συμμετείχαν 3.406 παιδιά και καταφέραμε να ικανοποιήσουμε όλα τα αιτήματα συμμετοχής, γεγονός που δείχνει και το μέγεθος της ανάγκης.
Αντίστοιχα, μεγάλη είναι κάθε χρόνο η ζήτηση για τους παιδικούς σταθμούς. Για τη σχολική χρονιά 2026-2027, περισσότερα από 2.000 παιδιά φιλοξενούνται στους 27 παιδικούς σταθμούς του Δήμου, ενώ σε περισσότερες από 2.100 αιτήσεις το ποσοστό ικανοποίησης ξεπέρασε το 95%. Στόχος μας είναι να δουλέψουμε ώστε κανένα παιδί να μην μένει εκτός.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Οι ανάγκες των οικογενειών αλλάζουν και πρέπει να εξετάζουμε συνεχώς ζητήματα όπως η φροντίδα των βρεφών, το ωράριο και οι ανάγκες των εργαζόμενων γονέων. Γι’ αυτό εξετάζουμε νέες παρεμβάσεις στην παιδική φροντίδα, τη δημιουργική απασχόληση, τον αθλητισμό και τον πολιτισμό.
Παράλληλα, χρειάζεται να δούμε την οικογένεια συνολικά μέσα στην πόλη. Ένα νέο ζευγάρι δεν αποφασίζει αν θα μείνει σε μια πόλη μόνο επειδή υπάρχει ένας παιδικός σταθμός. Κοιτάζει αν μπορεί να εργαστεί, να βρει σπίτι, να συνδυάσει δουλειά και οικογένεια, αν τα παιδιά του μπορούν να μεγαλώσουν με ασφάλεια και αν έχουν πρόσβαση σε αθλητισμό, πολιτισμό και εκπαίδευση.
Πολλά από αυτά είναι ευρύτερα ζητήματα, που δεν μπορούν να λυθούν μόνο από έναν Δήμο. Ο Δήμος όμως μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που θα κάνει τη ζωή μιας οικογένειας καλύτερη και την πόλη πιο φιλική για τους νέους ανθρώπους.
Για εμάς, λοιπόν, η στήριξη της οικογένειας δεν είναι σύνθημα αλλά καθημερινή δημοτική πολιτική. Οι ανάγκες αλλάζουν και μαζί τους πρέπει να αλλάζει και η πόλη.
Το μεγάλο στοίχημα είναι ένας νέος άνθρωπος να μπορεί να πει: «Ναι, θέλω να κάνω οικογένεια στη Λάρισα και θέλω να μεγαλώσω εδώ τα παιδιά μου».

Από την πλευρά της, η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Λαρισαίων Γαρυφαλλιά Καρυστιανού υπογραμμίζει ότι το δημογραφικό παράδοξο είναι γνωστό: οι περισσότερες γεννήσεις καταγράφονται στις φτωχότερες κοινωνίες, ενώ στις ανεπτυγμένες χώρες η γονιμότητα μειώνεται. Η οικονομική ανάπτυξη, η εκπαίδευση, η αστικοποίηση, η πρόσβαση στην αντισύλληψη και κυρίως η χειραφέτηση των γυναικών οδηγούν σε μικρότερες οικογένειες.
Η εκπαίδευση και η οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών αποτελούν πρόοδο, καθώς τους προσφέρουν περισσότερες επιλογές. Ωστόσο, η οικογένεια, η εργασία και το κράτος δεν προσαρμόστηκαν στον ίδιο βαθμό. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της φροντίδας των παιδιών και του σπιτιού, ενώ η απόκτηση παιδιού μπορεί να συνεπάγεται επαγγελματικό και οικονομικό κόστος.
Αντίθετα, στις χώρες όπου υπάρχει ισορροπία μεταξύ εργασίας και οικογένειας, συμμετοχή των ανδρών στη φροντίδα και επαρκείς υπηρεσίες για τα παιδιά, η γονιμότητα είναι συχνά υψηλότερη. Παράλληλα, η δημιουργία οικογένειας καθυστερεί, ενώ περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά να μην αποκτήσουν παιδιά.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα εντείνεται από τη δημογραφική αδράνεια, καθώς υπάρχουν λιγότερες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας λόγω των χαμηλών γεννήσεων του παρελθόντος και της μετανάστευσης.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε επιδόματα. Χρειάζονται σταθερή εργασία, προσιτή κατοικία, βρεφονηπιακοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία, γονικές άδειες και ίση συμμετοχή των πατέρων στη φροντίδα. Παράλληλα, απαιτούνται πολιτικές επιστροφής νέων, ένταξης μεταναστών και προσαρμογής στην πληθυσμιακή γήρανση.
Στόχος δεν πρέπει να είναι η πίεση για περισσότερες γεννήσεις, αλλά η δημιουργία συνθηκών ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να αποκτήσουν τα παιδιά που επιθυμούν, χωρίς να θυσιάζουν την εργασία, την υγεία και την ελευθερία τους.
Το κόστος της μη αντιμετώπισης
Το δημογραφικό έχει και μια ιδιαίτερα σημαντική οικονομική διάσταση. Λιγότερα παιδιά σήμερα σημαίνουν λιγότεροι νέοι εργαζόμενοι αύριο. Μικρότερη βάση εργατικού δυναμικού, μεγαλύτερη αναλογία ηλικιωμένων προς εργαζόμενους και αυξημένες ανάγκες σε υγεία και κοινωνική φροντίδα.
Για μια περιφερειακή πόλη όπως η Λάρισα υπάρχει, όμως, ένας επιπλέον κίνδυνος: η απώλεια νέων ανθρώπων προς μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Αν ένας νέος δεν μπορεί να βρει στην πόλη δουλειά, κατοικία και προοπτική δημιουργίας οικογένειας, τότε η Λάρισα δεν κινδυνεύει μόνο να κάνει λιγότερα παιδιά, κινδυνεύει να χάσει και τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να τα κάνουν.

«Το δημογραφικό είναι ήδη εδώ»
Η υπογεννητικότητα δεν είναι μια απειλή που θα εμφανιστεί κάποια στιγμή στο μέλλον.Η αλλαγή έχει ήδη αρχίσει και οι επιπτώσεις της αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο ορατές τα επόμενα χρόνια. Για το πώς διαμορφώνεται η δημογραφική πραγματικότητα στη Θεσσαλία και τη Λάρισα, αλλά και για τους παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις των νέων ανθρώπων, μίλησε στη LarissaPress η Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Δημογραφίας και Ανθρωπογεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Ιφιγένεια Κοκκάλη.
Ο αριθμός των γεννήσεων εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες:
Τον αριθμό των παιδιών που αποκτούν τα ζευγάρια και την ηλικία στην οποία τεκνοποιούν.
Το πλήθος των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Στην Ελλάδα παρατηρείται διαχρονικά μείωση της γονιμότητας και αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης. Παράλληλα, μειώνεται ο αριθμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, γεγονός που συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των γεννήσεων.
Η υπογεννητικότητα συνδέεται με πολλούς κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες:
- Αλλαγές στην οικογένεια και στις αξίες
Η παραδοσιακή οικογένεια έχει αλλάξει. Οι ατομικές επιδιώξεις, η αυτονομία και η προσωπική ολοκλήρωση έχουν μεγαλύτερη σημασία, ενώ η τεκνοποίηση γίνεται συχνά αργότερα και ο αριθμός των παιδιών μειώνεται. Παράλληλα, εμφανίζονται νέα οικογενειακά πρότυπα, ακόμη και επιλογές ατεκνίας.
- Έμφυλες ανισότητες και ανεπαρκής κοινωνική πολιτική
Η φροντίδα των παιδιών εξακολουθεί να επιβαρύνει κυρίως τις γυναίκες, ενώ η συμφιλίωση εργασίας και οικογένειας είναι δύσκολη. Η στήριξη των οικογενειών δεν περιορίζεται μόνο στα επιδόματα, χρειάζονται επαρκείς παιδικοί σταθμοί και σχολεία, δημόσια υγεία, κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές φιλικές προς τα παιδιά.
- Στέγαση
Η υψηλή στεγαστική επιβάρυνση και η δυσκολία των νέων να αποκτήσουν ή να εξασφαλίσουν κατάλληλη κατοικία καθυστερούν την ανεξαρτητοποίηση, τη συμβίωση και τη δημιουργία οικογένειας. Στην Ελλάδα οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό σπίτι σε μεγαλύτερη ηλικία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Εργασία και οικονομική ανασφάλεια
Η επισφαλής και χαμηλά αμειβόμενη εργασία, η ανεργία ή η εργασιακή αβεβαιότητα κάνουν τους νέους να διστάζουν να αναλάβουν το κόστος ανατροφής παιδιών. Παράλληλα, οδηγούν αρκετούς νέους, ιδιαίτερα μορφωμένους, στη μετανάστευση στο εξωτερικό.
- Μετανάστευση και φυγή νέων
Η Ελλάδα έχει χάσει σημαντικό μέρος του νεότερου και παραγωγικότερου πληθυσμού της λόγω της μετανάστευσης. Η φυγή νέων ανθρώπων σε αναπαραγωγική ηλικία επηρεάζει αρνητικά τη δημογραφική δυναμική και εντείνει το πρόβλημα της υπογεννητικότητας.
Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η υπογεννητικότητα δεν οφείλεται σε έναν μόνο λόγο. Συνδέεται με τη μείωση της γονιμότητας, την αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης, την οικονομική ανασφάλεια, τη στεγαστική κρίση, τις δυσκολίες στην εργασία, τις έμφυλες ανισότητες και τη μετανάστευση των νέων.
Για την αντιμετώπισή της απαιτούνται πολιτικές που στηρίζουν ουσιαστικά τους νέους και τις οικογένειες: προσιτή στέγαση, αξιοπρεπής εργασία, παιδικοί σταθμοί και σχολεία, δημόσια υγεία, κοινωνικές υπηρεσίες και ισότητα ανδρών και γυναικών.
Μια πόλη που μεγαλώνει αλλά γερνά
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα εξελιχθεί και, κυρίως, τι μπορεί να γίνει για να ανακοπεί η τάση. Η Λάρισα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερες γεννήσεις. Χρειάζεται να γίνει μια πόλη στην οποία οι νέοι άνθρωποι θα μπορούν να φανταστούν το μέλλον τους.
Μια πόλη όπου ένα νέο ζευγάρι δεν θα αντιμετωπίζει την απόκτηση ενός παιδιού ως οικονομικό ρίσκο. Όπου η κατοικία δεν θα αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Όπου η εργασία θα μπορεί να συνδυάζεται με την οικογένεια και όπου η μητρότητα και η πατρότητα δεν θα σημαίνουν οικονομική εξουθένωση.
Γιατί τελικά το δημογραφικό δεν είναι μόνο το ερώτημα: «Πόσα παιδιά γεννιούνται;»
Είναι και το ερώτημα: «Τι κοινωνία δημιουργούμε ώστε οι νέοι άνθρωποι να μπορούν να αποφασίσουν ότι θέλουν να κάνουν παιδιά;»
Η Λάρισα μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται, με νέες κατοικίες, δρόμους, επιχειρήσεις και υποδομές.
Υπάρχει όμως ένας δείκτης που δεν φαίνεται στις οικοδομικές άδειες: Τα παιδιά.
Και αν αυτά συνεχίσουν να λιγοστεύουν, τότε η πόλη θα μεγαλώνει… αλλά θα γερνά.

























