Το μεταναστευτικό συνεχίζει να βρίσκεται στην κορυφή της επικαιρότητας και της πολιτικής ατζέντας στα ευρωπαϊκά κράτη, με τις απόψεις των πολιτών να διίστανται ανάλογως -κυρίως- την καταγωγή τους.
Παρά την μείωση των μεταναστευτικών ροών σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, το θέμα συνεχίζει να βρίσκεται ψηλά όσον αφορά τα ζητήματα τα οποία απασχολούν τους πολίτες της γηραιάς ηπείρου, ενώ έχει γίνει σημείο αναφοράς για την απειλητικά ισχυρή ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Ενδεικτικό της αυξημένης προσοχής είναι το γεγονός ότι οι αναζητήσεις στο Google σχετικά με τους πρόσφυγες και τη μετανάστευση έχουν αυξηθεί κατά 150% μέσα στην τελευταία πενταετία.
Η συζήτηση αναζωπυρώνεται ιδιαίτερα όταν σημειώνονται μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η πρόσφατη κατάσταση στη Θέουτα, το ισπανικό έδαφος στη βόρεια Αφρική, όπου περίπου 80.000 άνθρωποι πέρασαν από το Μαρόκο μέσα σε μόλις 48 ώρες στα τέλη Ιουλίου.
Αντικρουόμενες απόψεις στα ευρωπαϊκά κράτη
Παρά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, η πλειονότητα των Ευρωπαίων εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ του δικαιώματος ανθρώπων που διώκονται ή εγκαταλείπουν εμπόλεμες περιοχές να αναζητούν προστασία. Ωστόσο, η στήριξη αυτή συνοδεύεται από σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο όλοι όσοι ζητούν άσυλο έχουν πραγματικά ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Σύμφωνα με την έρευνα «Global Attitudes Towards Refugees 2026» της Ipsos, οι πιο θετικές στάσεις απέναντι στην υποδοχή προσφύγων καταγράφονται μεταξύ άλλων στη Σουηδία, την Ολλανδία και την Ισπανία. Στις χώρες αυτές, σχεδόν οκτώ στους δέκα πολίτες συμφωνούν ότι άνθρωποι που προσπαθούν να ξεφύγουν από πολέμους ή διώξεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν καταφύγιο.
Στον αντίποδα, η Ουγγαρία και η Πολωνία εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά στήριξης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, με το ποσοστό να ανέρχεται και στις δύο χώρες στο 54%.
Οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο έντονες όταν οι ερωτώμενοι καλούνται να τοποθετηθούν για το αν θα πρέπει να παραμένουν ανοιχτά τα σύνορα για τους αιτούντες άσυλο. Σε Ουγγαρία, Βέλγιο και Γερμανία, περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες θεωρούν ότι οι χώρες τους θα πρέπει να σταματήσουν εντελώς την υποδοχή προσφύγων αυτή την περίοδο.
Αλλάζουν οι διαθέσεις στους Γάλλους
Η στάση απέναντι στο προσφυγικό δεν παραμένει σταθερή σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γαλλίας, όπου το ποσοστό των πολιτών που τάσσονται υπέρ της αποδοχής προσφύγων έχει αυξηθεί σημαντικά.
Συγκεκριμένα, το ποσοστό έφτασε το 68%, από μόλις 43% το 2019, καταγράφοντας αξιοσημείωτη μεταβολή μέσα σε λίγα χρόνια.
Παράλληλα, όμως, σε αρκετές χώρες παραμένουν ισχυρές οι υποψίες ότι ένα μέρος των ανθρώπων που δηλώνουν πρόσφυγες δεν βρίσκεται στην πραγματικότητα σε άμεσο κίνδυνο.
Αμφιβολίες για τους αιτούντες άσυλο
Στη Γερμανία, περίπου 54% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι πολλοί από όσους εμφανίζονται ως πρόσφυγες δεν έχουν πραγματική ανάγκη προστασίας. Μεταξύ των επιχειρημάτων που επικαλούνται είναι η δυνατότητα ορισμένων να διαθέτουν χρήματα για να πληρώσουν διακινητές ή να έχουν στην κατοχή τους smartphones.
Στην Ολλανδία, το 46% υποστηρίζει ότι ένας άνθρωπος που χρειάζεται πραγματικά προστασία θα έπρεπε να ζητήσει άσυλο στην πρώτη ασφαλή χώρα στην οποία φτάνει και όχι να συνεχίσει το ταξίδι του προς άλλο κράτος.
Ακόμη πιο έντονη είναι η οικονομική διάσταση του ζητήματος. Πάνω από έξι στους δέκα πολίτες στη Γερμανία και την Ιρλανδία θεωρούν ότι οι περισσότεροι πρόσφυγες μετακινούνται κυρίως για οικονομικούς λόγους ή προκειμένου να επωφεληθούν από τα κοινωνικά προγράμματα των χωρών υποδοχής.
Αντίθετα, η αντίληψη αυτή εμφανίζεται σαφώς λιγότερο διαδεδομένη στη Σουηδία και την Ιταλία.
Ποιος πρέπει να αναλαμβάνει το κόστος;
Οι διαφωνίες δεν περιορίζονται στην υποδοχή των προσφύγων, αλλά επεκτείνονται και στο ποιος θα πρέπει να αναλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ευθύνης για την αντιμετώπιση του προσφυγικού σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στη Γερμανία, περίπου τρεις στους δέκα ερωτηθέντες θεωρούν ότι περισσότερες πλούσιες χώρες θα πρέπει να αυξήσουν τη συμβολή τους στη στήριξη των προσφύγων διεθνώς.
Στις περισσότερες από τις υπόλοιπες χώρες που εξετάστηκαν, μεγαλύτερη ευθύνη αποδίδεται σε διεθνείς οργανισμούς, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η Παγκόσμια Τράπεζα.
Μικρότερη, αλλά υπαρκτή, είναι και η υποστήριξη προς την ενίσχυση της χρηματοδότησης από ιδρύματα και μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε ανθρωπιστικά και φιλανθρωπικά προγράμματα.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν έτσι μια σύνθετη ευρωπαϊκή εικόνα: η αρχή της παροχής προστασίας σε ανθρώπους που εγκαταλείπουν πολέμους και διώξεις εξακολουθεί να συγκεντρώνει σημαντική υποστήριξη, όμως παράλληλα ενισχύονται οι προβληματισμοί για τον έλεγχο των αιτημάτων ασύλου, τα κίνητρα των μετακινούμενων πληθυσμών και το κόστος που καλούνται να αναλάβουν οι χώρες υποδοχής.
























