Την ώρα που η στρατιωτική τεχνολογία κινείται προς ολοένα πιο προηγμένα, αυτοματοποιημένα και ηλεκτρονικά συστήματα, ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να οδηγήσει τα νεότερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα προς την αντίθετη κατεύθυνση: από τους ηλεκτρομαγνητικούς καταπέλτες πίσω στον ατμό.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε την Πέμπτη (13/08) μνημόνιο εθνικής ασφάλειας με το οποίο δίνει εντολή στο Πεντάγωνο να καταρτίσει σχέδιο ώστε το υπό κατασκευή αεροπλανοφόρο USS Doris Miller, το τέταρτο της υπερσύγχρονης κλάσης Gerald R. Ford, να εγκαταλείψει το ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών EMALS και να επιστρέψει στους παραδοσιακούς καταπέλτες ατμού.
Και δεν είναι μόνο οι καταπέλτες. Η εντολή προβλέπει επίσης σχέδιο αντικατάστασης των προηγμένων ηλεκτρομαγνητικών ανελκυστήρων όπλων με υδραυλικά συστήματα, σε μία απόφαση που ουσιαστικά αντιστρέφει βασικές τεχνολογικές επιλογές πάνω στις οποίες σχεδιάστηκε η νέα γενιά αμερικανικών αεροπλανοφόρων.
Από το EMALS ξανά στον ατμό
Ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο υπηρεσιακός υπουργός Ναυτικού Χουνγκ Κάο έχουν πλέον 60 ημέρες για να παρουσιάσουν στον Λευκό Οίκο το χρονοδιάγραμμα, το κόστος και τις τεχνικές παρεμβάσεις που απαιτούνται για την αλλαγή.
Το αεροπλανοφόρο Doris Miller, γνωστό και ως CVN-81, βρίσκεται ήδη περίπου δύο χρόνια πίσω από το αρχικό χρονοδιάγραμμα, ενώ η τοποθέτηση της τρόπιδάς του προγραμματίζεται έως το τέλος του 2026. Το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό υπολογίζει ότι θα το παραλάβει στις αρχές του 2034.
Η αλλαγή σε αυτό το στάδιο δεν αναμένεται να είναι ούτε απλή ούτε φθηνή. Σύμφωνα με το Reuters, υπολογίζεται ότι μπορεί να επιβαρύνει τους Αμερικανούς φορολογουμένους με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, καθώς το EMALS αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σχεδιασμού των αεροπλανοφόρων κλάσης Ford.
Γιατί το Ναυτικό είχε επιλέξει τους ηλεκτρομαγνητικούς καταπέλτες
Το Electromagnetic Aircraft Launch System – EMALS αποτελεί τη σύγχρονη απάντηση στους καταπέλτες ατμού που χρησιμοποιούνταν επί δεκαετίες στα αμερικανικά αεροπλανοφόρα.
Το Πολεμικό Ναυτικό επέλεξε το σύστημα το 2009, εκτιμώντας ότι σε βάθος χρόνου θα είχε χαμηλότερο κόστος λειτουργίας, μικρότερες απαιτήσεις συντήρησης και θα ασκούσε μικρότερες καταπονήσεις στα αεροσκάφη κατά την απογείωσή τους.
Το EMALS αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα στα πρώτα χρόνια ανάπτυξης και λειτουργίας του – ένα από τα βασικά επιχειρήματα που επικαλείται επανειλημμένα ο Τραμπ. Ωστόσο, το σύστημα πλέον έχει πραγματοποιήσει δεκάδες χιλιάδες εκτοξεύσεις.
Μέχρι τον Μάρτιο του 2026, μόνο το αεροπλανοφόρο Gerald R. Ford, το πρώτο της κλάσης, είχε πραγματοποιήσει 36.863 εκτοξεύσεις με EMALS, σύμφωνα με στοιχεία του Πενταγώνου που επικαλείται το Reuters. Το ίδιο σύστημα έχει επιλεγεί και από το γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό για το μελλοντικό του αεροπλανοφόρο.
Μια εμμονή του Τραμπ που κρατά από το 2017
Η απόφαση δεν ήρθε ξαφνικά. Ο Τραμπ έχει μετατρέψει τους καταπέλτες των αεροπλανοφόρων σε μία από τις πλέον επίμονες -και ασυνήθιστες- τεχνολογικές του εμμονές.
Ο Guardian, εξετάζοντας τις δημόσιες τοποθετήσεις του, διαπίστωσε ότι ο Τραμπ έχει αναφερθεί στην υπεροχή του ατμού σχεδόν κάθε χρόνο από το 2017.
Η ιστορία που συνηθίζει να διηγείται έχει ως αφετηρία μία συνομιλία που, όπως υποστηρίζει, είχε με αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Τραμπ περιγράφει το ηλεκτρομαγνητικό σύστημα ως τόσο περίπλοκο ώστε, όπως έχει πει χαρακτηριστικά, «πρέπει να είσαι Αλμπερτ Αϊνστάιν για να το καταλάβεις».
Τον περασμένο μήνα, μιλώντας σε αμυντικό συνέδριο στην Πενσιλβάνια, επέστρεψε στο ίδιο θέμα.
«Ξόδεψαν δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα για ηλεκτρικούς καταπέλτες και δεν είναι καλοί. Δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο καλοί, είναι πολύ περίπλοκοι», υποστήριξε.
Σε άλλη εκδοχή της ιστορίας, ο Τραμπ έχει πει ότι ένας έμπειρος τεχνικός του Ναυτικού τού είχε εξηγήσει πως το πλεονέκτημα του ατμού είναι η απλότητά του: αν χαλάσει, μπορεί να επισκευαστεί «με ένα σφυρί και ένα φλόγιστρο», ενώ για τα ηλεκτρονικά συστήματα -κατά την περιγραφή του προέδρου- χρειάζονται ειδικοί υψηλής τεχνολογίας.
«Εχουμε τελειώσει σχεδόν το 50%»
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι η απόφαση έρχεται ενώ η κατασκευή έχει ήδη προχωρήσει.
Η General Atomics, η εταιρεία που κατασκευάζει το EMALS για τα αεροπλανοφόρα της κλάσης Ford, προειδοποίησε ότι η απόφαση να εγκαταλειφθεί τώρα το σύστημα χρειάζεται «προσεκτική επανεξέταση».
Σύμφωνα με την εταιρεία, η παραγωγή του εξοπλισμού για το Doris Miller έχει φτάσει σχεδόν στο 50% και μια αλλαγή πορείας σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να δημιουργήσει «σημαντικούς κινδύνους» ως προς το κόστος, το χρονοδιάγραμμα και την ενσωμάτωση των νέων συστημάτων στο πλοίο.
Ανώτατα στελέχη του αμερικανικού Ναυτικού και της αμυντικής βιομηχανίας έχουν επίσης αντιταχθεί στην ιδέα, σύμφωνα με τον Guardian, ακριβώς επειδή η αφαίρεση ενός τόσο σύνθετου συστήματος από ένα πλοίο που έχει σχεδιαστεί γύρω από αυτό ενδέχεται να έχει τεράστιο κόστος.
Η αιχμηρή αντίδραση πρώην πιλότου του Ναυτικού
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η αντίδραση του Δημοκρατικού γερουσιαστή της Αριζόνα Μαρκ Κέλι, ο οποίος είναι πρώην αστροναύτης, πρώην πιλότος του αμερικανικού Ναυτικού και δοκιμαστής αεροσκαφών, με μεταπτυχιακό στην αεροναυπηγική.
Ο Κέλι επισήμανε ότι έχει απογειωθεί από αεροπλανοφόρα εκατοντάδες φορές, αλλά ακόμη και με αυτή την εμπειρία δεν θα επιχειρούσε να υποδείξει στο Ναυτικό πώς πρέπει να σχεδιάζει συγκεκριμένα συστήματα των πλοίων του.
Στη συνέχεια εξαπέλυσε προσωπική επίθεση στον Τραμπ, προτρέποντάς τον να ασχολείται με όσα γνωρίζει καλύτερα και όχι με τον σχεδιασμό αεροπλανοφόρων.
Ανοίγει ο δρόμος για τη ναυπήγηση πλοίων στο εξωτερικό
Η παρέμβαση στους καταπέλτες είναι μόνο ένα μέρος του ευρύτερου σχεδίου Τραμπ για το αμερικανικό Ναυτικό.
Το ίδιο μνημόνιο επιτρέπει, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, σε ορισμένους ξένους ναυπηγικούς ομίλους που έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στις ΗΠΑ να κατασκευάσουν προσωρινά έως δύο πλοία στα ναυπηγεία των χωρών προέλευσής τους, ώστε να καλυφθούν ταχύτερα κενά στον στόλο.
Παράλληλα, ο Τραμπ ζητά τη δημιουργία ενός πέμπτου ναυπηγείου του Πολεμικού Ναυτικού, προκειμένου να αυξηθούν οι δυνατότητες επισκευής υποβρυχίων και αεροπλανοφόρων.
Με πληροφορίες από Guardian, Reuters
























