Της Εύας Καλογήρου
Μεγάλο πρόβλημα έχει δημιουργήσει η διακοπή της δωρεάν χορήγησης φαρμάκων για την παχυσαρκία, καθώς χιλιάδες ασθενείς που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα βρίσκονται πλέον χωρίς την απαραίτητη θεραπευτική αγωγή.
Για την εξέλιξη αυτή και τις συνέπειες που έχει για τους ασθενείς, μίλησε στη LarissaPress ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Λάρισας, Θάνος Κουτσούκης.
Ο κ. Κουτσούκης ανέφερε τα εξής:
“Η ολοκλήρωση του προγράμματος δωρεάν χορήγησης φαρμάκων για την παχυσαρκία άφησε χιλιάδες ασθενείς χωρίς καμία πρόβλεψη για τη συνέχιση της θεραπείας τους.
Το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε από ευρωπαϊκούς πόρους και έδωσε σε πολλούς ανθρώπους πρόσβαση σε μια σύγχρονη θεραπευτική επιλογή. Όμως η χρηματοδότηση ολοκληρώθηκε χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η θεραπευτική συνέχεια για όσους είχαν ήδη ξεκινήσει την αγωγή τους. Και αυτό αποτελεί σοβαρό κενό στον σχεδιασμό μιας πολιτικής δημόσιας υγείας.
Η παχυσαρκία δεν είναι αισθητικό πρόβλημα ούτε ζήτημα προσωπικής επιλογής. Αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς ως χρόνια, υποτροπιάζουσα και πολυπαραγοντική νόσος, η οποία αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων, υπέρτασης, υπνικής άπνοιας, λιπώδους νόσου του ήπατος και πολλών ακόμη σοβαρών επιπλοκών. Για τον λόγο αυτό, οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες αντιμετωπίζουν πλέον την παχυσαρκία όπως κάθε άλλη χρόνια νόσο: με μακροχρόνια παρακολούθηση και, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες ενδείξεις, με συνεχή θεραπευτική αντιμετώπιση.
Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 δεν είναι «φάρμακα αδυνατίσματος», όπως συχνά παρουσιάζονται. Δρουν σε φυσιολογικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν την όρεξη, τον κορεσμό και τον μεταβολισμό, συμβάλλοντας σε ουσιαστική απώλεια βάρους και σε σημαντική βελτίωση της συνολικής υγείας των ασθενών. Μεγάλες διεθνείς μελέτες κατέδειξαν όχι μόνο σημαντική και διατηρήσιμη απώλεια βάρους, αλλά και ουσιαστική μείωση του κινδύνου σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η θεραπεία αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια παρέμβαση λίγων μηνών. Η επιστημονική εμπειρία δείχνει ότι μετά τη διακοπή της αγωγής οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν σταδιακή επαναφορά της όρεξης, επαναπρόσληψη μεγάλου μέρους του χαμένου βάρους και υποχώρηση πολλών από τα μεταβολικά οφέλη που είχαν επιτευχθεί. Με άλλα λόγια, δεν μπορείς να αντιμετωπίζεις μια χρόνια νόσο με λογική «ξεκίνησε το πρόγραμμα – τελείωσε το πρόγραμμα».

Σήμερα, οι ασθενείς που επιθυμούν να συνεχίσουν τη θεραπεία τους καλούνται να καλύψουν εξ ολοκλήρου το κόστος της, το οποίο ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες ευρώ κάθε μήνα. Για πολλούς αυτό είναι πρακτικά αδύνατο. Έτσι, η συνέχιση της θεραπείας δεν εξαρτάται πλέον από τις ιατρικές ανάγκες του ασθενούς, αλλά από το οικονομικό του εισόδημα.
Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική υγείας.
Σε ένα οργανωμένο κράτος, η πρόσβαση στις αναγκαίες θεραπείες δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ολοκληρώθηκε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα ή αν εξαντλήθηκε μια συγκεκριμένη χρηματοδότηση. Η ευθύνη εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων ανήκει αποκλειστικά στην Πολιτεία. Όπως το κράτος χρηματοδοτεί τις θεραπείες για τον καρκίνο, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τον διαβήτη ή οποιαδήποτε άλλη χρόνια πάθηση, έτσι οφείλει να χρηματοδοτεί και τη θεραπεία της παχυσαρκίας όταν υπάρχει ιατρική ένδειξη. Δεν πρόκειται για παροχή πολυτελείας ούτε για μια αισθητική παρέμβαση. Πρόκειται για θεραπεία μιας αναγνωρισμένης χρόνιας νόσου.
Η επένδυση στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ασφαλώς μειώνει μελλοντικά τις νοσηλείες, τα καρδιαγγειακά επεισόδια, τις επιπλοκές του διαβήτη και συνολικά το κόστος για το σύστημα υγείας. Όμως αυτό δεν είναι το βασικό επιχείρημα. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η Πολιτεία έχει υποχρέωση να εξασφαλίζει στους πολίτες της πρόσβαση στις θεραπείες που αποδεδειγμένα χρειάζονται. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε σύγχρονου δημόσιου συστήματος υγείας.
Την ίδια στιγμή, παραμένει άλυτο και το ζήτημα της αποζημίωσης των φαρμακείων. Οι φαρμακοποιοί διαθέτουν τα συγκεκριμένα φάρμακα με ελάχιστο ποσοστό αμοιβής, έχουν ήδη εξοφλήσει τους προμηθευτές τους και συνεχίζουν να περιμένουν επί μακρόν την αποπληρωμή τους από το Δημόσιο. Είναι ακόμη μία στρέβλωση που μεταφέρει το οικονομικό βάρος στους λειτουργούς της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να δώσει άμεσα λύση. Όχι επειδή έληξε ένα πρόγραμμα και χρειάζεται μια παράταση, αλλά επειδή η θεραπεία μιας χρόνιας νόσου δεν μπορεί να διακόπτεται αυθαίρετα. Όταν το ίδιο το κράτος εντάσσει έναν πολίτη σε μια θεραπεία, έχει και την ευθύνη να εξασφαλίσει τη συνέχισή της, όσο αυτή παραμένει ιατρικά αναγκαία.
Η υγεία δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διάρκεια μιας χρηματοδότησης. Και η θεραπεία μιας χρόνιας νόσου δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης”.
























