Της Εύας Καλογήρου
Ένα γρήγορο scroll στο κινητό για να “δούμε τι γίνεται” μπορεί να καταλήξει σε ώρες ασταμάτητης κατανάλωσης αρνητικών ειδήσεων. Πόλεμοι, εγκλήματα, κρίσεις και καταστροφές γεμίζουν την οθόνη μας και, χωρίς να το καταλάβουμε, επηρεάζουν τη διάθεσή μας. Το φαινόμενο αυτό έχει όνομα: doomscrolling — μια ψηφιακή συνήθεια που φαίνεται αθώα, αλλά μπορεί να γίνει εξουθενωτική, ειδικά για τους νέους.
Όπως ανέφερε στη LarissaPress ο ειδικός στην Πληροφορική – Senior IT Systems Engineer & Solutions Architect Γιάννης Λάγγας, πρόσφατη πανελλαδική έρευνα στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «ΡΙΣΠΕΚΤ στην Ψηφιακή Ζωή Παιδιών και Εφήβων» δείχνει ότι τρεις στους τέσσερις νέους στην Ελλάδα βιώνουν συχνά το φαινόμενο, ενώ πολλοί συνεχίζουν να εκτίθενται σε αρνητικό περιεχόμενο ακόμη και όταν αυτό τους προκαλεί άγχος ή ψυχολογική επιβάρυνση.
«Αν έχετε πιάσει τον εαυτό σας να σκρολάρει ασταμάτητα στο κινητό, διαβάζοντας τη μία αρνητική είδηση μετά την άλλη, τότε πιθανότατα έχετε βιώσει το λεγόμενο «doomscrolling». Πρόκειται για μια σχετικά νέα ψηφιακή συμπεριφορά που έχει αρχίσει να απασχολεί όλο και περισσότερο επιστήμονες, γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς ψυχικής υγείας», εξηγεί ο κ. Λάγγας και συνεχίζει:
Ο όρος περιγράφει την παρορμητική και παρατεταμένη κατανάλωση αρνητικών ειδήσεων και περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στις ειδησεογραφικές πλατφόρμες. Ειδήσεις για πολέμους, εγκλήματα, οικονομικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές ή κοινωνικά προβλήματα καταλαμβάνουν την οθόνη μας και συχνά την προσοχή μας για πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο αρχικά είχαμε σκοπό.
Το φαινόμενο δεν είναι απλώς μια κακή συνήθεια. Σύμφωνα με τα ευρήματα πρόσφατης πανελλαδικής έρευνας που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «ΡΙΣΠΕΚΤ στην Ψηφιακή Ζωή Παιδιών και Εφήβων», τρεις στους τέσσερις νέους στην Ελλάδα δηλώνουν ότι βιώνουν συχνά το φαινόμενο του doomscrolling, ενώ σημαντικό ποσοστό συνεχίζει να καταναλώνει αρνητικό περιεχόμενο ακόμη και όταν αυτό προκαλεί άγχος ή ψυχολογική επιβάρυνση.
Η μελέτη ανέδειξε επίσης ότι περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες θεωρούν ότι το doomscrolling επηρεάζει αρνητικά τη διάθεσή τους, ενώ σημαντικά ποσοστά αναφέρουν προβλήματα στον ύπνο, στη συγκέντρωση και στην καθημερινή παραγωγικότητα.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό ανθρώπινης ψυχολογίας και αλγορίθμων. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις πιθανές απειλές και στα αρνητικά γεγονότα. Πρόκειται για έναν εξελικτικό μηχανισμό επιβίωσης. Ταυτόχρονα, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούν αλγόριθμους που έχουν σχεδιαστεί ώστε να διατηρούν τον χρήστη όσο το δυνατόν περισσότερο συνδεδεμένο. Το περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα – φόβο, θυμό, αγωνία ή ανησυχία – έχει συνήθως μεγαλύτερη αλληλεπίδραση και επομένως προβάλλεται περισσότερο.
Οι έφηβοι και οι νέοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε αυτή τη διαδικασία. Κατά την εφηβεία, ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ειδικά στα τμήματα που σχετίζονται με τον αυτοέλεγχο, τη διαχείριση συναισθημάτων και τη λήψη αποφάσεων. Η συνεχής έκθεση σε αγχογόνο περιεχόμενο μπορεί να ενισχύσει αισθήματα ανασφάλειας, απαισιοδοξίας και φόβου για το μέλλον. Παράλληλα, επηρεάζει τη δυνατότητα συγκέντρωσης, τη σχολική επίδοση και τις κοινωνικές σχέσεις.
Το ανησυχητικό είναι ότι πολλοί νέοι δεν αντιλαμβάνονται καν ότι έχουν παγιδευτεί σε αυτόν τον κύκλο. Ξεκινούν να ενημερωθούν για ένα γεγονός και, λίγα λεπτά αργότερα, βρίσκονται να παρακολουθούν ατελείωτα βίντεο, αναρτήσεις και ειδήσεις που επιβαρύνουν τη συναισθηματική τους κατάσταση. Η αίσθηση ότι «πρέπει να γνωρίζω τι συμβαίνει» μετατρέπεται σταδιακά σε μια αγχώδη ανάγκη συνεχούς ενημέρωσης.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα παιδιά και τους εφήβους. Αφορά εξίσου τους γονείς τους.
Οι γονείς αποτελούν το πρώτο πρότυπο ψηφιακής συμπεριφοράς. Όταν ένας γονέας ελέγχει διαρκώς το κινητό του, διαβάζει συνεχώς ειδήσεις ή εμφανίζεται αγχωμένος από όσα παρακολουθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το παιδί λαμβάνει ένα ισχυρό μήνυμα για το τι θεωρείται «φυσιολογική» χρήση της τεχνολογίας.
Αντί να επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά σε περιορισμούς και απαγορεύσεις, ίσως χρειάζεται να επενδύσουμε περισσότερο στον ψηφιακό γραμματισμό. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να αναγνωρίζουν πότε η ενημέρωση μετατρέπεται σε υπερκατανάλωση πληροφορίας. Πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουν τα πάντα, κάθε στιγμή της ημέρας.
Οι ειδικοί προτείνουν απλές αλλά αποτελεσματικές πρακτικές: καθορισμένα χρονικά όρια χρήσης κοινωνικών δικτύων, αποφυγή έκθεσης σε ειδήσεις πριν τον ύπνο, απενεργοποίηση περιττών ειδοποιήσεων και συνειδητή επιλογή αξιόπιστων πηγών ενημέρωσης. Παράλληλα, η ενίσχυση δραστηριοτήτων εκτός οθόνης – όπως η άθληση, η επαφή με φίλους και η συμμετοχή σε δημιουργικές δραστηριότητες – λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στην ψηφιακή υπερφόρτωση.
Η τεχνολογία δεν είναι ο εχθρός. Αντιθέτως, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ζωής. Το ζητούμενο είναι να μάθουμε να τη χρησιμοποιούμε χωρίς να επιτρέπουμε στους αλγορίθμους να καθορίζουν τη συναισθηματική μας κατάσταση. Η ενημέρωση είναι δικαίωμα. Η συνεχής έκθεση όμως στην αρνητικότητα δεν είναι ενημέρωση – είναι μια παγίδα που μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία, ιδιαίτερα των νεότερων γενεών.
Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία δεν τελειώνει ποτέ, ίσως η πιο σημαντική ψηφιακή δεξιότητα να είναι η ικανότητα να ξέρουμε πότε πρέπει να σταματήσουμε το επόμενο scroll».
























