Της Ειρήνης Παπουτσή
ΦΩΤΟ: Δ. Καστανάρας // LarissaPress
Είχα καιρό να πάω… Μεγάλωσαν τα δέντρα, ήταν η πρώτη μου σκέψη καθώς περνούσαμε την πύλη της δομής του Κουτσόχερου. Λες και κοιτούσα να πιαστώ από κάπου πριν ανταμώσω ανθρώπους που από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν «πρόσφυγες» στον ίδιο τους τον τόπο.
Ενενήντα πλημμυροπαθείς – και ανάμεσά τους επτά παιδιά – από την Πηνειάδα, τη Φαρκαδόνα και το Κεραμίδι, φιλοξενούνται προσωρινά στη δομή, σε πάνω από 40 οικίσκους των δύο και τεσσάρων ατόμων, με τον σχεδιασμό να περιλαμβάνει 100 οικίσκους, που ετοιμάζονται πυρετωδώς, καθώς αναμένεται να υποδεχθούν περί τα 400 άτομα συνολικά.

«Δύσκολη συνθήκη, κανενός το… όνειρο δεν είναι τέτοια διαβίωση. Η λύση είναι προσωρινή (περίπου για ένα 3μηνο) και κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για την καλυτέρευση της κατάστασης, ανακαινίζοντας και απολυμαίνοντας τους χώρους, αλλά και παρέχοντας στήριξη στους ανθρώπους που έχασαν τα σπίτια τους», ήταν τα πρώτα λόγια του διοικητή της δομής, Απόστολου Παπαπαρίση, που μας υποδέχτηκε στο δικό του κοντέινερ – γραφείο, εν μέσω τηλεφωνημάτων για παραλαβή οικοσκευών και βοήθειας για τους πληγέντες.

Πρώτη στάση το ιατρείο της δομής, με τον γιατρό, Ιωάννη Έξαρχο, να αναφέρεται στη λειτουργία του σε 24ωρη βάση, με παράλληλη δυνατότητα συνταγογράφησης, αλλά και στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν περιπτώσεις ανθρώπων που έφτασαν στο Κουτσόχερο αντιμετωπίζοντας σοβαρά θέματα υγείας, κινητικότητας κλπ.

«Κάποιοι θα χρειαστεί τις επόμενες μέρες να μεταφερθούν για νοσηλεία σε κλινικές, για τους υπόλοιπους ενήλικες, όπως και για τα παιδιά, θα φροντίσουμε από δω, αφού στον χώρο υπάρχει δυνατότητα παιδιατρικής κάλυψης και ψυχολογικής και ψυχιατρικής υποστήριξης με τη συνδρομή της 5ης ΥΠΕ», θα πει.

Ο ήλιος είχε φτάσει ψηλά και ο θόρυβος των εργασιών στα κοντέινερ θαρρείς και ήρθε να καλύψει εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι, όταν το πρώτο ζευγάρι ηλικιωμένων μας έκανε νόημα να μην πλησιάσουμε. Σκυφτά κεφάλια, απλανή τα βλέμματα, «αφήστε το παιδιά», σα να πήρε το αυτί μου καθώς απομακρυνόμασταν κάνοντας σεβαστή την επιθυμία τους.

Οι φωνές της… Λίζας και το συνεχές κούνημα της ουράς του Ρούντι ήταν που άλλαξαν τη διάθεση, «δε μπορεί τις γάτες, συγχίζεται», θα μας πει γελώντας η κυρά – Βαγγελιώ, που είδε το σπίτι της να πνίγεται στα νερά και τη λάσπη. «Έπεσαν μέχρι τα ταβάνια. Δεν μας επέτρεψαν να μπούμε μέσα να πάρουμε έστω κάποια πράγματα. Υπήρχε κίνδυνος βλέπεις να καταρρεύσει στα κεφάλια μας. Σώσαμε όμως τα σκυλιά και βρεθήκαμε εδώ, μα το μυαλό είναι πίσω, στο χωριό και στο βιός μας», θα πει, ζητώντας μας συγγνώμη για την… ακαταστασία ενός οικίσκου που λάμπει: «Δεν κοιμάμαι ακόμη καλά. Αλλού ήταν το νοικοκυριό μου εμένα, μα θα το συγυρίσω και εδώ, περιμένω να φέρουν κουβάδες», επιμένει!

Ιστορίες ανθρώπινες, κάποιες ιδιαίτερες, μα κοινός παρονομαστής τους η απώλεια. Κατεστραμμένα σπίτια, κτηνοτροφικές μονάδες και ζώα που χάθηκαν στα νερά, καλλιέργειες και περιουσίες «θαμμένες» στη λάσπη. Ο Γιάννης, που έχασε το πόδι στην Αυστρία και το σπίτι στην Ελλάδα, η Κατίνα, που ψάχνει συνεργείο να απομακρύνει λάσπες και φερτά για να επιστρέψει στην αυλή της και στον τόπο της και η Γαλήνη, που τα μάτια της «τρέχουν» συνεχώς όση ώρα μιλάμε: “Να κοιμηθώ ήσυχα και να σταματήσει η βροχή μέσα μου”, αυτό θέλω. «Γαλήνη σου εύχομαι», της αποκρίνομαι καθώς την αποχαιρετούμε…






































