Ενα εκτεταμένο δίκτυο εκατοντάδων επιχειρήσεων, «αχυρανθρώπων» και διαδοχικών αλλαγών ΑΦΜ περιγράφει το διαβιβαστικό για τα τέσσερα κυκλώματα που φέρονται να δρούσαν κυρίως στον χώρο της εστίασης στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική. Πίσω από τις εταιρείες-«φαντάσματα» βρίσκονταν, σύμφωνα με τους ελεγκτές, οι πραγματικοί επιχειρηματίες, οι οποίοι φέρονται να διατηρούσαν τον έλεγχο των καταστημάτων και να καρπώνονταν τα οικονομικά οφέλη, αφήνοντας χρέη εκατομμυρίων ευρώ στο Δημόσιο και στον ΕΦΚΑ.
Στον πυρήνα της μεθοδολογίας βρισκόταν το λεγόμενο «εταιρικό carousel» ή η σύσταση εταιρειών «εξαφανισμένων εμπόρων». Οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν κανονικά, συσσώρευαν οφειλές και στη συνέχεια αντικαθίσταντο από νέα νομικά πρόσωπα, αφήνοντας πίσω τους χρέη που ήταν πρακτικά αδύνατο να εισπραχθούν.
Ο ρόλος των «αχυρανθρώπων»
Καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του συστήματος διαδραμάτιζαν οι «αχυράνθρωποι». Επρόκειτο συχνά για ανθρώπους που, λόγω της προσωπικής, οικονομικής ή νομικής τους κατάστασης, δεν είχαν τη δυνατότητα να διοικήσουν επιχειρήσεις. Μεταξύ αυτών αναφέρονται άποροι, άτομα χωρίς μόνιμη κατοικία, τοξικοεξαρτημένοι και πρόσωπα με ποινικό παρελθόν. Οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζονταν να διαχειρίζονται ακόμη και περισσότερες από μία εταιρείες ταυτόχρονα.
Στην πραγματικότητα, οι επιχειρήσεις συνέχιζαν να λειτουργούν υπό τον έλεγχο των πραγματικών επιχειρηματιών, συχνά με το ίδιο προσωπικό, τον ίδιο εξοπλισμό και στον ίδιο χώρο, αλλά με διαφορετική επωνυμία, ΑΦΜ και διαχειριστή. Η μέθοδος εφαρμοζόταν με οργανωμένο και συντονισμένο τρόπο, με κοινά πρόσωπα και επαναλαμβανόμενες πρακτικές μεταξύ των κυκλωμάτων, αποσκοπώντας στην αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους.
Πώς γινόταν η διαδοχή των εταιρειών
Η έρευνα περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο φέρονται να λειτουργούσαν οι πραγματικοί επιχειρηματίες. Αρχικά, ο επιχειρηματίας ίδρυε μια εταιρεία, μίσθωνε ένα ακίνητο, προσλάμβανε προσωπικό και αναλάμβανε κανονικά τη λειτουργία και τη διοίκηση της επιχείρησης.
Σε δεύτερο στάδιο, αποχωρούσε τυπικά από τη διαχείριση, μεταβιβάζοντάς την σε έναν «αχυράνθρωπο». Στη συνέχεια, σύμφωνα με τους ελεγκτές, ο ίδιος επιχειρηματίας εμφανιζόταν ως υπεκμισθωτής του ακινήτου, παραχωρώντας το σε νέα εταιρεία, η οποία διοικούνταν επίσης από εικονικούς διαχειριστές.
Η ίδρυση νέας εταιρείας συνέπιπτε συνήθως με τη χρονική στιγμή κατά την οποία η προηγούμενη είχε συσσωρεύσει σημαντικά χρέη και άρχιζαν να λαμβάνονται μέτρα αναγκαστικής είσπραξης από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Τα νέα νομικά πρόσωπα βρίσκονταν, σύμφωνα με την έκθεση, υπό τον απόλυτο έλεγχο των ίδιων πραγματικών επιχειρηματιών. Ετσι, τα καταστήματα συνέχιζαν να λειτουργούν, αλλάζοντας διαδοχικά εταιρική ταυτότητα, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές παρέμεναν στις προηγούμενες εταιρείες, που εμφανίζονταν να διοικούνται από πρόσωπα χωρίς περιουσία.
Οι εκμισθωτές και η διαδοχή των μισθωτών
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έκθεση και στον ρόλο των εκμισθωτών των ακινήτων όπου στεγάζονταν οι επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με την έρευνα, εκμισθωτές φέρονται να είχαν άμεση γνώση της παράνομης δραστηριότητας και να συνέπρατταν στη διαδοχική εγκατάσταση υπερχρεωμένων εταιρειών στους ίδιους επαγγελματικούς χώρους.
Ως ενδείξεις επισημαίνονται η απουσία των συνηθισμένων διαδικασιών αναζήτησης νέων ενοικιαστών, όπως αγγελίες ή μεσιτικά γραφεία, καθώς και η μεταβίβαση του εξοπλισμού των καταστημάτων χωρίς να προκύπτουν αντίστοιχα παραστατικά αγοράς.
Η «δεξαμενή» των αχυρανθρώπων
Οι Αρχές περιγράφουν επίσης ένα οργανωμένο σύστημα εξεύρεσης και αξιοποίησης εικονικών διαχειριστών μέσω μιας κοινής «δεξαμενής». Κεντρικό ρόλο στην υποστήριξη της διαδικασίας φέρονται να είχαν ένας δικηγόρος ή ένας λογιστής, που αναλάμβανε την τεχνική και νομική διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων.
Οπως αναφέρεται, οι εικονικοί διαχειριστές παραχωρούσαν, έναντι ανταλλάγματος, τους προσωπικούς τους κωδικούς TAXISnet, ώστε να πραγματοποιούνται οι απαραίτητες ενέργειες για τη λειτουργία των εταιρειών.
Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με την έκθεση, οι πραγματικοί επιχειρηματίες εξασφάλιζαν ένα προστατευτικό κάλυμμα έναντι των φορολογικών και ασφαλιστικών αρχών.

Δήλωναν τους τζίρους, αλλά δεν πλήρωναν τις οφειλές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση των ελεγκτών ότι τα κυκλώματα δεν βασίζονταν απαραίτητα στην απόκρυψη των πραγματικών εσόδων των καταστημάτων. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις εισέπρατταν μετρητά και κατά κανόνα εμφάνιζαν τα πραγματικά τους έσοδα, προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο σφράγισης των καταστημάτων λόγω μη έκδοσης αποδείξεων.
Παράλληλα, ασφάλιζαν το προσωπικό τους, χωρίς όμως να εξοφλούν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές και τις φορολογικές υποχρεώσεις.
«Δεν τους απασχολεί εάν έχουν αυξημένες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθότι δεν έχουν σκοπό να καταβάλουν τις υποχρεώσεις τους», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Ετσι, ενώ οι επιχειρήσεις εμφάνιζαν μεγάλους τζίρους και σημαντική ρευστότητα, οι οφειλές τους διογκώνονταν, με το οικονομικό όφελος να καταλήγει στα πρόσωπα που ασκούσαν τον πραγματικό έλεγχο.
Οι τελευταίοι εμφανίζονταν συχνά στα καταστήματα με άλλες ιδιότητες, όπως υπεύθυνοι, ταμίες ή πρόσωπα αρμόδια για τις δημόσιες σχέσεις, προκειμένου να δικαιολογείται η παρουσία τους χωρίς να εμφανίζονται ως πραγματικοί διαχειριστές.
Τι αποκάλυψαν οι επιτόπιοι έλεγχοι
Η μεθοδολογία αυτή άρχισε να αποτυπώνεται συστηματικά κατά τους επιτόπιους ελέγχους που πραγματοποίησε η αρμόδια υπηρεσία την περίοδο Οκτωβρίου 2024 – Οκτωβρίου 2025.
Οι έλεγχοι, που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με την εργατική νομοθεσία.
Παράλληλα, στόχος ήταν να εξακριβωθεί ποια πρόσωπα ασκούσαν στην πραγματικότητα τη διοίκηση, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των καταστημάτων. Κατά τους ελέγχους διαπιστώθηκε ότι στον ίδιο επαγγελματικό χώρο εμφανίζονταν διαδοχικά διαφορετικά ΑΦΜ, με διαφορετικούς τυπικούς διαχειριστές ή εταίρους.
Οι ελεγκτές κατέγραψαν επίσης επαναλαμβανόμενη δυσκολία στον εντοπισμό των προσώπων που ασκούσαν την πραγματική διοίκηση των επιχειρήσεων.
Τα ευρήματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για περαιτέρω διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών και φυσικών προσώπων, αναδεικνύοντας μια οργανωμένη πρακτική διαδοχικής λειτουργίας επιχειρήσεων με σκοπό τη συσσώρευση και τελικά τη μη καταβολή φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών.
























