Ο Λαύκος, χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 310 μέτρων στο Νότιο Πήλιο, αποτελεί ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά και αυθεντικά χωριά της περιοχής, προσφέροντας μια μοναδική θέα προς τον Παγασητικό Κόλπο.
Η ιστορία του οικισμού ξεκινά περίπου τον 15ο αιώνα, όταν οι πρώτοι κάτοικοι αναγκάστηκαν να συγκεντρωθούν στη συγκεκριμένη οχυρή τοποθεσία για να προστατευτούν από τις φονικές επιδρομές των πειρατών και των Οθωμανών.
Με το πέρασμα των αιώνων, οι Λαυκιώτες εξελίχθηκαν σε σπουδαίους ναυτικούς, τεχνίτες και εμπόρους, με τη χρυσή εποχή του οικισμού να εντοπίζεται ανάμεσα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Τότε, εύποροι έμποροι της διασποράς, κυρίως οι λεγόμενοι Αιγυπτιώτες, επέστρεψαν στον γενέθλιο τόπο και εισήγαγαν κοσμοπολίτικα νεοκλασικά στοιχεία στην παραδοσιακή πηλιορείτικη αρχιτεκτονική.
Αυτή η πλούσια ιστορική πορεία αποτυπώνεται ανάγλυφα στα σημαντικότερα σημεία ενδιαφέροντος του χωριού, όπως το Ιστορικό Καφενείο Φορλίδα, το οποίο λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1785 στην κεντρική πλατεία και αποτελεί το παλαιότερο εν ενεργεία καφενείο στην Ελλάδα, έχοντας φιλοξενήσει προσωπικότητες όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Κώστας Βάρναλης.
Η ίδια η κεντρική πλατεία μαγνητίζει τα βλέμματα με τα επιβλητικά, αιωνόβια κυπαρίσσια της και τους ιστορικούς πλατάνους, ενώ ο οικισμός φιλοξενεί σπουδαία πολιτιστικά μνημεία, όπως το μοναδικό Μουσείο Ραδιοφώνου «Αντώνης Ταβάνης» με σπάνια εκθέματα, το Φάμπειο Μουσείο προς τιμήν του ζωγράφου Θανάση Φάμπα, το τοπικό Λαογραφικό Μουσείο αλλά και τον περίφημο φούρνο του Γιάννη Δροσίτη το παλαιότερο κατάστημα μετά το καφενείο του Φορλίδα στην πλατεία. Πρόκειται, μάλιστα, για έναν από τους παλαιότερους πιστοποιημένους ξυλόφουρνους στην Ελλάδα. Ο φούρνος στεγάζεται σε ένα κτήριο κόσμημα του 1904 και σχεδιάστηκε πιθανώς από τον Εβαρίστο Ντε Κίρικο, τον αρχιτέκτονα του θεσσαλικού σιδηροδρόμου.
Πίσω όμως από αυτή την ειδυλλιακή τουριστική βιτρίνα, τα ανθισμένα καλντερίμια και τη γραφική αύρα, κρύβεται μια βαθιά, ανοιχτή πληγή που είναι η εγκατάλειψη και ο αργός θάνατος της ανεκτίμητης αρχιτεκτονικής του κληρονομιάς.
Αν απομακρυνθεί κανείς έστω και λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία, η εικόνα αλλάζει δραματικά, καθώς δεκάδες ιστορικά πέτρινα αρχοντικά στέκουν σήμερα σαν φαντάσματα του παρελθόντος, παραδομένα στη φθορά του χρόνου.
Η αναστήλωση αυτών των κτιρίων έχει μετατραπεί σε έναν καθημερινό, απροσπέλαστο Γολγοθά γεμάτο εμπόδια για τους ιδιοκτήτες. Το οικονομικό κόστος είναι υπέρογκο, καθώς οι τιμές των εξειδικευμένων παραδοσιακών υλικών, όπως η τοπική πέτρα και τα ειδικά ξύλα, καθώς και το κόστος της εξειδικευμένης εργασίας, βρίσκονται στα ύψη και είναι απλησίαστα για τον μέσο πολίτη.
Παράλληλα, οι παλιοί, έμπειροι μάστορες που γνώριζαν τα μυστικά της πηλιορείτικης λιθοδομής έχουν χαθεί και η τεχνογνωσία σπανίζει δραματικά, καθιστώντας τις εργασίες ακόμη πιο δύσκολες.
Σαν να μην έφταναν αυτά, οι ιδιοκτήτες εγκλωβίζονται σε έναν ατελείωτο γραφειοκρατικό λαβύρινθο αδειοδοτήσεων από αρχιτεκτονικές επιτροπές και αρχαιολογικές υπηρεσίες, οι οποίες συχνά χρειάζονται ολόκληρα χρόνια για να εγκρίνουν μια μελέτη.
Το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το αγκάθι της πολυιδιοκτησίας, καθώς πολλά από τα πιο όμορφα αρχοντικά παραμένουν κλειδωμένα και ρημάζουν, επειδή οι κληρονόμοι είναι δεκάδες, έχουν σκορπίσει στο εξωτερικό ή αδυνατούν να συμφωνήσουν στο μοίρασμα των δαπανών ανακατασκευής. Σε όλη αυτή την καταστροφή, η κρατική αδιαφορία είναι εκκωφαντική. Ενώ το κράτος εισπράττει φόρους και χρησιμοποιεί τις ειδυλλιακές εικόνες του Πηλίου για την τουριστική προβολή της χώρας, η ουσιαστική του παρουσία είναι παντελώς απούσα.
Η πολιτεία αρκείται στο να χαρακτηρίζει τα κτίρια ως «διατηρητέα», μετακυλίοντας όλο το δυσβάσταχτο βάρος στους ώμους των πολιτών, χωρίς να παρέχει κανένα σοβαρό φορολογικό κίνητρο, καμία διευκόλυνση και καμία επαρκή επιδότηση αναστήλωσης που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ο Λαύκος δεν ζητά ελεημοσύνη, αλλά σεβασμό στην ιστορία του, απλούστευση των διαδικασιών και έμπρακτη στήριξη από ένα κράτος που οφείλει να προστατεύει τον πολιτισμό του. Αν η κρατική απάθεια συνεχιστεί, η αυθεντική ψυχή του χωριού θα χαθεί για πάντα κάτω από τους σωρούς των γκρεμισμένων τοίχων που κανείς δεν νοιάστηκε να στηρίξει. Ας μην επιτρέψουμε στον χρόνο και στην κρατική απάθεια να κερδίσουν αυτή τη μάχη, γιατί όταν πεθαίνουν τα κτίρια ενός τόπου, πεθαίνει και ένα κομμάτι από εμάς τους ίδιους.
Στο βίντεο, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Καραγκούνης, Επίτιμος Προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιολογικών Έργων και Μελετών της ΕΦΑΛΑΡ πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στον οικισμό του Λαύκου σχολιάζοντας την σημερινή κατάσταση …
























