Του Άγγελου Προβιά
Ένα επίδομα που κινδυνεύει να χαθεί, ένα τιμολόγιο που περιμένει εξόφληση, μια επένδυση που υπόσχεται γρήγορη απόδοση. Διαφορετικές αφορμές, με κοινό στόχο: να πειστεί ο άνθρωπος στην άλλη άκρη της γραμμής να δώσει κωδικούς ή να μεταφέρει χρήματα, θεωρώντας ότι πρόκειται να εισπράξει.
Στη Λάρισα, όπου οι τηλεφωνικές απάτες απασχολούν επανειλημμένα την τοπική επικαιρότητα, το ερώτημα είναι πώς οι δράστες καταφέρνουν να γίνονται πιστευτοί. Ο Απόστολος Καψάλης, Ανθυπαστυνόμος της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Λάρισας και Σύνδεσμος της Διεύθυνσης Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος, περιγράφει τις μεθόδους τους στο πλαίσιο συνέντευξής του στη LarissaPress για τις τηλεφωνικές και διαδικτυακές απάτες.
Η εικόνα που προκύπτει από τις περιγραφές του είναι συγκεκριμένη: οι επιτήδειοι αξιοποιούν δημόσιες πληροφορίες, εκμαιεύουν προσωπικά στοιχεία μέσα στη συζήτηση και δημιουργούν πίεση χρόνου. Δεν χρειάζεται πάντα να γνωρίζουν πολλά για το θύμα τους πριν τηλεφωνήσουν. Συχνά τα μαθαίνουν από τον ίδιο τον συνομιλητή τους.

Η γνωστή υπόθεση με το Power Pass και η κρίσιμη λεπτομέρεια
Η ήδη γνωστή υπόθεση του καταστηματάρχη που έχασε 200.000 ευρώ με πρόσχημα το Power Pass επανέρχεται στη συζήτηση ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου προσέγγισης.
Σύμφωνα με τον κ. Καψάλη, οι δράστες τηλεφώνησαν αρχικά στον θείο του επαγγελματία και εμφανίστηκαν ως συνεργάτες του λογιστή του. Μια λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία: δεν γνώριζαν το όνομα του λογιστή. Το εκμαίευσαν από τον ίδιο τον συνομιλητή τους, ο οποίος ανέφερε το μικρό του όνομα, πιστεύοντας ότι μιλούσε με τον βοηθό του.
Έπειτα ήρθε η δήθεν προθεσμία. Ο θείος ενημερώθηκε ότι δικαιούνταν επίδομα και ότι έπρεπε να προχωρήσει άμεσα για να μην το χάσει.
Επειδή δεν διέθετε λογαριασμό στην τράπεζα που του ζητούσαν, απευθύνθηκε στον ανιψιό του. Ο καταστηματάρχης βρισκόταν σε οικογενειακές διακοπές στη Γαλλία και προσπάθησε να βοηθήσει από το τηλέφωνο. Όπως περιγράφει ο αστυνομικός, έδωσε στοιχεία πρόσβασης στο e-banking και κωδικούς μίας χρήσης που έφταναν στο κινητό του.
Ακολούθησε η μεταφορά των 200.000 ευρώ από τον επαγγελματικό λογαριασμό. Τα χρήματα διαμοιράστηκαν σε 15 ενδιάμεσους παραλήπτες, τα λεγόμενα «money mules», για να πραγματοποιηθούν αναλήψεις. Αρκετοί εμπλεκόμενοι εντοπίστηκαν, χωρίς, όπως αναφέρει ο κ. Καψάλης, ο επαγγελματίας να ανακτήσει το ποσό.
Το ενδιαφέρον της υπόθεσης βρίσκεται και στην αλληλουχία που προηγήθηκε: μια υποτιθέμενη επαγγελματική ιδιότητα, ένα όνομα που αποσπάστηκε μέσα στη συζήτηση και η αγωνία να εξυπηρετηθεί ένας συγγενής πριν λήξει μια προθεσμία.
Η πραγματική σύμβαση κάνει το ψεύτικο τηλεφώνημα πειστικό
Σε άλλες περιπτώσεις, οι δράστες έχουν προετοιμαστεί πριν σηκώσουν το τηλέφωνο. Ο κ. Καψάλης περιγράφει πώς αναζητούν στη «Διαύγεια» στοιχεία έργων και αναθέσεων, ώστε να προσεγγίσουν επαγγελματίες που περιμένουν πληρωμή.
Εμφανίζονται ως εκπρόσωποι του φορέα που οφείλει χρήματα, αναφέρουν την εργασία και το ποσό και δηλώνουν ότι θέλουν να εξοφλήσουν το τιμολόγιο. Οι πληροφορίες αφορούν πραγματική συναλλαγή, γι’ αυτό και η επικοινωνία μπορεί να μοιάζει απολύτως αναμενόμενη.
Στο παράδειγμα που αναπτύσσει ο αστυνομικός, ο επαγγελματίας καθοδηγείται να συνδεθεί στο e-banking και να πληκτρολογήσει τον αριθμό 3.999, ο οποίος παρουσιάζεται ως κωδικός. Καταχωρίζεται, όμως, στο πεδίο του ποσού. Με το IBAN που του υποδεικνύουν, φεύγουν τελικά 3.999 ευρώ από τον δικό του λογαριασμό.
Η προσδοκία της πληρωμής κρατά τον επαγγελματία στη γραμμή. Και, όπως περιγράφει ο κ. Καψάλης, όταν οι δράστες διαπιστώνουν ότι συνεχίζει να ακολουθεί τις οδηγίες, επιχειρούν να επαναλάβουν τη μεταφορά.
Όταν η «απόδειξη» είναι ότι κέρδισε ένας γνωστός
Στις επενδυτικές απάτες, η πειθώ στηρίζεται στην προσδοκία κέρδους και συχνά ενισχύεται από το προσωπικό περιβάλλον.
Αναφερόμενος στα σχήματα «πυραμίδας», ο κ. Καψάλης χρησιμοποιεί το παράδειγμα κάποιου που βάζει 100 ευρώ, περιμένοντας να πάρει 500 ευρώ. Εκτιμά ότι μια μικρή απώλεια μπορεί να αντιμετωπιστεί ως χαμένο στοίχημα και να μη φτάσει ποτέ στην καταγγελία.
Αντίστοιχα, περιγράφει πώς μια πρώτη είσπραξη ενθαρρύνει μεγαλύτερες καταβολές: στο παράδειγμά του, τα 1.000 ευρώ γίνονται 2.500 ευρώ, ο συμμετέχων παίρνει χρήματα και πείθεται να συνεχίσει.
Στη συζήτηση για τη Λάρισα, περιγράφει επίσης ανθρώπους που παρέμεναν πεπεισμένοι ότι θα κερδίσουν, επειδή κάποιος από τον κύκλο τους είχε ήδη εμφανιστεί να βγάζει χρήματα.
Η προσωπική γνωριμία λειτουργούσε ως εγγύηση.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο, η εμφάνιση ενός αυξανόμενου υπολοίπου σε διαδικτυακή πλατφόρμα ενίσχυε την εντύπωση επιτυχίας, χωρίς να σημαίνει ότι τα χρήματα ήταν πραγματικά διαθέσιμα.
























