Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
«Αυτή η πόλη είναι καταδικασμένη στα σκατά… Ειλικρινά, δεν με νοιάζει πια, εγώ θα ψηφίσω τον εγκληματία…».
Η γυναίκα που δηλώνει τα παραπάνω ζει και εργάζεται στο Γουίρτον, μια μικρή πόλη που είναι χτισμένη στην καρδιά της κοιλάδας του ποταμού Οχάιο, στο Βόρειο άκρο της Δυτικής Βιρτζίνια. Τα δηλώνει στον Γαλλοαμερικανό δημοσιογράφο Κόουλ Στανγκλερ, ο οποίος γεννήθηκε στο Παρίσι από Αμερικανούς γονείς, αλλά μεγάλωσε στην Αμερική.
Ο Στανγκλερ ξεκινάει ένα οδοιπορικό στην Αμερική για να συναντήσει ψηφοφόρους της ριζοσπαστικής δεξιάς. Να καταγράψει τις ιστορίες τους, να καταλάβει γιατί ψηφίζουν έτσι. Θέλει να κάνει μια αντιπαραβολή με όσα συμβαίνουν στη Γαλλία και να δει αν υπάρχει κάποιο νήμα που συνδέει την ψήφο των ανθρώπων με συγκεκριμένα πιστεύω στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Το οδοιπορικό αυτό, το οποίο καταγράφει στο βιβλίο του Μπροστά στον καθρέφτη της Αμερικής, (Μτφ. Βάλια Καϊμάκη, εκδ. ΠΟΛΙΣ) καθίσταται άκρως επίκαιρο, καθώς τις μέρες αυτές ζούμε τα γεγονότα στη Γαλλία.
Μπροστά στον καθρέφτη της Αμερικής, μπροστά στον καθρέφτη μας…

Ο συγγραφέας συνομιλεί με άνεργους αλλά και εργαζόμενους πολίτες οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν σε πόλεις και χωριά στα βάθη της Αμερικής, χωρίς ελπίδα για το μέλλον, ενθυμούμενοι πως κάποτε όλα ήταν διαφορετικά. Η αποβιομηχάνιση των πόλεών τους γεμίζει το μυαλό και την καρδιά τους με νοσταλγία και πικρία.
«Είναι αδύνατον να κατανοήσει κανείς την ψήφο υπέρ της ακροδεξιάς, χωρίς να ενδιαφερθεί για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες των περιοχών στις οποίες παρατηρείται αυτό το φαινόμενο», σημειώνει ο ίδιος, υπογραμμίζοντας πως ουσιαστικά μιλάμε για «ζώνες όπου οι δυο Δημοκρατίες μας (ΣτΣ: ΗΠΑ και Γαλλία) απέτυχαν να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους και να προστατεύσουν τους πολίτες». Κάπως έτσι λοιπόν έρχεται το επόμενο, λογικό, βήμα: όταν η πολιτική δεν κάνει τίποτα για τους πολίτες, αυτοί παύουν να ενδιαφέρονται για την πολιτική.
Οι ιστορίες που συλλέγει ο Στανγκλερ σε κάνουν να αντιλαμβάνεσαι πως τελικά κάποιοι τόποι δεν είναι και τόσο μακριά από μας, ανεξαρτήτως γεωγραφικής απόστασης. Ίσως επειδή οι ανθρώπινες ανάγκες είναι ίδιες παντού. Κι αυτό είναι κάτι που συγκλονίζει αν αναλογιστεί κανείς πως και το πολιτικό σύστημα της Αμερικής και η κουλτούρας τους δεν έχουν σχέση με τα όσα ισχύουν στην Ευρώπη.
Η Μίντι Σαλαμάνγκο, μια πενηντάχρονη μητέρα που ζει στο Μοργκανταουν της Δυτικής Βιρτζίνια, διαγνώστηκε με διαβήτη τύπου 1 σε ηλικία 21 ετών. Ήταν ασφαλισμένη για πολλά χρόνια μέσω του συζύγου της, με ένα πρόγραμμα που κάλυπτε χωρίς πρόβλημα τα φάρμακά της. Στη διάρκεια της ζωή της πήρε διαζύγιο. Κι έτσι αναγκάστηκε να αλλάξει την ασφάλισή της και να εγγραφεί σε εκείνη που της παρείχε η εταιρεία της. Συμπληρώνοντας τα απαραίτητα έγγραφα δέχθηκε ένα ανησυχητικό τηλεφώνημα από το τμήμα Ανθρωπίνου Δυναμικού της εταιρείας: «Κυρία μου έχω αρχίσει να ανησυχώ για σας. Είστε σίγουρη ότι δεν θέλετε να παραμείνετε παντρεμένη; Μήπως θα μπορούσατε να παραμείνετε παντρεμένη, αλλά να έχετε ξεχωριστές κατοικίες…;»
Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως η ινσουλίνη θα αποτελούσε ένα κίνητρο για να μείνει κάποιος σε έναν γάμο που δεν πάει άλλο…
Ευρισκόμενος σε ένα κέντρο συνεστιάσεων στο Κολούμπια στο Τενεσί ο συγγραφέας έρχεται σε επαφή με ψηφοφόρους της Ευαγγελικής Δεξιάς. Διαβάζω τους διαλόγους τους, και κρατάω στο σημειωματάριο μου χαρακτηριστικές λέξεις που αναδεικνύονται μέσα από τους διαλόγους αυτούς. Ρίξτε μια ματιά: «ακροδεξιά, θεϊκή αποστολή, προσευχή, ηθική, αμβλώσεις, ομοφυλοφιλία, κουλτούρα, ταυτότητα, οπλοκατοχή, Θεός, ελευθερία, παράνομη μετανάστευση, μετάνοια, βασιλιά Δαβίδ». Πόσες από τις λέξεις αυτές, αναρωτιέμαι, αρχίζουν και αποκτούν και στον ευρωπαϊκό λόγο, κυρίαρχο ρόλο;
Ο Στανγκλερ ανάμεσα στις ιστορίες που καταγράφει στην Αμερική, «πετάγεται» εντέχνως και στη Γαλλία. Αντιπαραβάλει γεγονότα και καταστάσεις, αναρωτιέται, συμπεραίνει. Πάντα έχοντας μέσα στο μυαλό του το ηχηρό «γιατί». «Όταν ο Εθνικός Συναγερμός παύει να είναι ταμπού και η κλασσική δεξιά παύει να είναι αξιόπιστη, δεν είναι και τόσο δύσκολο να περάσει κανείς από το ένα στρατόπεδο στο άλλο», σημειώνει και δίνει τροφή για σκέψη, ειδικά όταν τα άλματα αυτά στις μέρες μας αρχίζουν να αποκτούν χαρακτηριστικά που κάποτε θα ήταν αδιανόητα.
Πώς όμως παύει κάτι να αποτελεί «ταμπού»; Πώς κανονικοποιούνται οι ιδέες, οι απόψεις και οι συμπεριφορές; Ο συγγραφέας στρέφει τον προβολέα του στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ιδιαίτερα στους τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι πλέον αποτελούν πλέον κτήμα ολιγαρχών. Περιγράφει με σαφήνεια τους μηχανισμούς που παρέχουν «κανονικότητα» μπροστά στο γυαλί, μιλώντας για όσα συμβαίνουν πίσω από αυτό.
Υπογραμμίζει με τρόπο εμφατικό τον ρόλο των συνδικάτων, αναδεικνύοντας τις διαφορές ανάμεσα στην Αμερική και στην Ευρώπη. Ωστόσο και στο σημείο αυτό εύκολα κανείς μπορεί να κάνει τις αναγωγές. Μιλάει όμως και για τις «μικρές φλόγες και τα κάρβουνα που είχαν να δουν δεκαετίες» Αμερικάνοι ακτιβιστές που παλεύουν όσο μπορούν για να αντισταθούν.
Να αντισταθούν απέναντι σε τι όμως;
Απέναντι στο κίνδυνο να κυλήσει ολόκληρος ο πλανήτης σε καταστάσεις βγαλμένες από τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, είναι η απάντηση.
Μπορούν μόνοι τους, κάποιοι λίγοι;
Όχι, είναι η απάντηση.
Περισσότερα ερωτήματα και φυσικά περισσότερες απαντήσεις μέσα από τις σελίδες του εξαιρετικού αυτού βιβλίου. Διαβάζοντας το, κάντε τις δικές σας ερωτήσεις, νοερά, και προσπαθήστε να δώσετε τις δικές σας απαντήσεις. Είμαι σίγουρος πως θέτοντας ο καθένας τους προβληματισμούς του στο φιλικό του περιβάλλον, ίσως αντιληφθεί πως δεν είναι και τόσο μόνος του…























