Για περισσότερα από 8 στα 10 ελληνικά νοικοκυριά η αποταμίευση είναι όνειρο απατηλό, όπως αποδεικνύουν σταθερά οι έρευνες καταναλωτικής εμπιστοσύνης του ΙΟΒΕ.
Οι ίδιες έρευνες δείχνουν ότι τα έξι στα δέκα νοικοκυριά μόλις τα βγάζουν πέρα. Άλλο ένα 20% αντλεί από τις αποταμιεύσεις του ή έχει χρεωθεί. Παράλληλα η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης στην αρνητική αποταμίευση, με τα νοικοκυριά να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα από όσα κερδίζουν.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το πρώτο τρίμηνο του 2026 η αποταμίευση των ευρωπαϊκών νοικοκυριών κυμάνθηκε στο 14,4% του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ την ίδια περίοδο για τους Έλληνες κυμάνθηκε στο -5%.
Με άλλα λόγια, κατά μέσο όρο οι Ευρωπαίοι για κάθε 1.000 ευρώ που κερδίζουν καθαρά (έχοντας πληρώσει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές), μπορούν και βάζουν στην άκρη 140-150 ευρώ για τον προσωπικό τους κουμπαρά. Οι Έλληνες για κάθε 1.000 ευρώ που κερδίζουν θα χρειαστούν άλλα 50 ευρώ για να καλύψουν τις δαπάνες τους.
Τι σημαίνει στην πράξη η αρνητική αποταμίευση
Τα παραπάνω δεν προξενούν έκπληξη, καθώς είναι βιωμένη πραγματικότητα για περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά που βλέπουν τον μισθό να τελειώνει πριν τις 20 του μήνα.
Όμως για κάθε νοικοκυριό ξεχωριστά η αρνητική αποταμίευση σημαίνει κάτι διαφορετικό. Για κάποιους σημαίνει ότι δεν μπορούν να πληρώσουν εγκαίρως λογαριασμούς, ενοίκιο ή το φροντιστήριο του παιδιού. Άλλοι μειώνουν τις ελαστικές δαπάνες για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες. Ακόμα και με περικοπές θα χρειαστεί να καταφύγουν στη βοήθεια συγγενών, φίλων ή σε κοινωνικές δομές για να τα βγάλουν πέρα. Κάποιοι βάζουν χέρι στα έτοιμα, ξοδεύοντας αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, ρευστοποιούν περιουσιακά στοιχεία ή δανείζονται.
Αρνητική αποταμίευση και μαύρο χρήμα
Δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψιν και το φαινόμενο του μαύρου χρήματος και της παραοικονομίας. Για κάποια νοικοκυριά που ξοδεύουν περισσότερα από όσα βγάζουν οι επιπλέον δαπάνες μπορεί να προέρχονται από αδήλωτα εισοδήματα. Όμως για την πλειοψηφία των μισθωτών και των συνταξιούχων, που είναι οι κύριοι αιμοδότες των δημόσιων ταμείων, όπως και για τους φτωχότερους αγρότες και αυτοαπασχολούμενους, η αρνητική αποταμίευση είναι επακόλουθο της μείωσης του πραγματικού εισοδήματος.
Η φοροδιαφυγή και η νόμιμη φοροαποφυγή των «ρετιρέ», σε συνδυασμό με τη φοροαφαίμαξη των μη προνομιούχων – που γίνεται πιο έντονη από τους υψηλούς έμμεσους φόρους- μεγεθύνει τις ανισότητες και επιδεινώνει την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας.

Η ψαλίδα Ελλάδας και ΕΕ στην αποταμίευση άγγιξε τις 17 π.μ. το 2024 – πηγή: ΕΝΑ, επεξεργασία στοιχείων Eurostat
Σταθερή απόκλιση από την ΕΕ
Το νέο δελτίο της σειράς Focus στην Οικονομία, του Ινστιτούτου ΕΝΑ, εξετάζει τις αιτίες και τις επιπτώσεις της αρνητικής αποταμίευσης, την εξέλιξη του φαινομένου σε βάθος δεκαετίας και την απόσταση που μας χωρίζει από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Καταλήγει σε διαφωτιστικά συμπεράσματα και ρεαλιστικές προτάσεις για την αντιστροφή του φαινομένου.
Για την Ελλάδα η αρνητική αποταμίευση δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο. Η απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι διαρκής και βαθαίνει. Το ΕΝΑ εξετάζει την πορεία του δείκτη αποταμίευσης από το 2014 ως το 2024, την τελευταία χρονιά για την οποία η Eurostat διαθέτει συγκεντρωτικά στοιχεία. Ως και το 2019 ο δείκτης στην Ελλάδα ήταν αρνητικός. Η αποταμίευση πέρασε σε θετικό έδαφος το 2020-2021, όταν τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας έφεραν πτώση στην κατανάλωση. Ακόμη και τότε η διαφορά από την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε μεγάλη. Μετά την πανδημία η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών έγινε ξανά αρνητική. Διαμορφώθηκε στο -5,0% το 2022, στο -2,4% το 2023 και στο -2,5% το 2024. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίθετα, ο δείκτης αυξήθηκε από 12,7% το 2022 σε 14,5% το 2024 (βλ. διάγραμμα 1).

Μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημα, αυξάνονται οι δαπάνες
Η απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο συνεχίζεται το 2026. Το α’ τρίμηνο του 2026 το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,2%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 0,9% και η κατανάλωση κατά 0,6%. (διάγραμμα 2)

Το ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 3,7 π.σ. μονάδες μεταξύ δ’ τριμήνου 2025 και α’ τριμήνου 2026
Βουλιάζει η αποταμίευση
Ως επακόλουθο, το ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα, που είναι ούτως ή άλλως αρνητικό, βουλιάζει κι άλλο. Μεταξύ δ’ τριμήνου 2025 και α’ τριμήνου 2026, μειώθηκε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για τη δεύτερη χειρότερη επίδοση μετά τη Ρουμανία, όπου το ποσοστό αποταμίευσης μειώθηκε κατά 5,3 ποσοστιαίες μονάδες. Το ίδιο διάστημα το ποσοστό αποταμίευσης στην Ευρωζώνη παρέμεινε σταθερό, ενώ στην ΕΕ αυξήθηκε οριακά, κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες (βλ. διάγραμμα 3).
Πληθωρισμός και φόροι
Το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ εισοδήματος και δαπανών, που τροφοδοτεί την αρνητική αποταμίευση, συνδέεται άμεσα με τον πληθωρισμό. Η ονομαστική άνοδος των εισοδημάτων είναι μικρότερη από τις αυξήσεις των τιμών, ιδίως σε ανελαστικές δαπάνες όπως η στέγαση, η διατροφή, η ενέργεια. Για να τα βγάλουν πέρα τα νοικοκυριά «τρώνε τις σάρκες τους» και γίνονται όλο και πιο ευάλωτα σε οικονομικούς κραδασμούς. Ακόμα και ένα έκτακτο αλλά αναγκαίο έξοδο, μια ασθένεια, μια αναγκαστική μετακόμιση, μια αύξηση στο ενοίκιο ή στη δόση του δανείου, μπορεί να εκτροχιάσει τον ήδη ζορισμένο προϋπολογισμό, οδηγώντας στη φτωχοποίηση ή ακόμα και στην χρεοκοπία.
Η Τράπεζα της Ελλάδας χρησιμοποιεί έναν συμπληρωματικό ορισμό για την αποταμίευση, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το αποτέλεσμα είναι επίσης αρνητικό, με την αποταμίευση των νοικοκυριών να είναι -1,5% του ΑΕΠ το 2024 και το 2025. Σύμφωνα με την ΤτΕ η αρνητική αποταμίευση συνδέεται με τις πληθωριστικές πιέσεις, την αυξημένη κατανάλωση και τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Ανισότητες
Το σημείωμα του ΕΝΑ διευκρινίζει ότι ο αρνητικός δείκτης αποταμίευσης αποτυπώνει έναν μέσο όρο και δεν σημαίνει ότι κάθε νοικοκυριό δαπανά περισσότερο από το εισόδημά του. Πίσω από τον δείκτη κρύβονται μεγάλες ανισότητες. Κάποιοι λίγοι αυξάνουν την περιουσία και τις αποταμιεύσεις τους, ενώ τα περισσότερα νοικοκυριά εξαντλούν παλαιότερες αποταμιεύσεις ή δεν μπορούν να δημιουργήσουν κανένα απόθεμα.
Πώς μπορεί να αυξηθεί η αποταμίευση
Ο δείκτης αποταμίευσης μπορεί να αυξηθεί ουσιαστικά μόνο με την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και με τον περιορισμό της επιβάρυνσης από βασικές δαπάνες. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είναι πρωταθλητής στην υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, δηλαδή στο ποσοστό των νοικοκυριών που ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Το ποσοστό αυτό αγγίζει το 27% για τον αστικό πληθυσμό. Για όσους πληρώνουν ενοίκιο φτάνει το 60% και για όσους πληρώνουν δάνεια το 50% (έρευνα Διανέοσις0. Η δυνατότητα δημιουργίας αποθέματος αποτελεί ουσιαστικότερο κριτήριο οικονομικής ασφάλειας από την ονομαστική άνοδο του εισοδήματος, καταλήγει το ΕΝΑ.
























