Σκληρή κριτική στο νέο καθεστώς για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου ασκεί ο αναπληρωτής τομεάρχης Θεσμών και Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ κ. Θωμάς Παπαλιάγκας, βάζοντας στο επίκεντρο όχι την ψηφιοποίηση αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά το πρόσθετο κόστος και τη διαδικασία μέσω δικαστικών επιμελητών και της πλατφόρμας τους για την υποβολή της δήλωσης τρίτου.
Από την 1η Σεπτεμβρίου 2026 η σχετική δήλωση υποβάλλεται υποχρεωτικά μέσω της πλατφόρμας της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας, με τον νόμο να προβλέπει ότι συντάσσεται, υπογράφεται και κατατίθεται ηλεκτρονικά από πληρεξούσιο δικηγόρο. Παράλληλα, η ΚΥΑ που ενεργοποίησε το νέο σύστημα καθορίζει συγκεκριμένες αμοιβές για τη σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών.
Ο κ. Παπαλιάγκας υποστηρίζει ότι πίσω από τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας δημιουργείται ένα νέο οικονομικό εμπόδιο για πολίτες που καλούνται να ανταποκριθούν σε αυστηρές δικονομικές υποχρεώσεις, θέτοντας ευθέως ζήτημα πραγματικής και ισότιμης πρόσβασης στη Δικαιοσύνη.
Αναλυτικότερα, η δήλωσή του έχει ως εξής: «Η Δικαιοσύνη, με τις πρόσφατες αλλαγές, γίνεται ολοένα και περισσότερο, από επιλογή, απροσπέλαστη και πανάκριβη για τον πολίτη. Η περιπλοκότητα των διαδικασιών, η αύξηση των ενδιάμεσων σταδίων (διαμεσολάβησης, επιπλέον αμοιβές για προσημειώσεις, εξαλείψεις, διαθήκες κλπ) και η αύξηση των ορίων του εκκλητού (στα διοικητικά δικαστήρια δεν έχει δικαίωμα κανείς να κάνει έφεση για διαφορές κάτω από 5.000€ και αναίρεση κάτω από 40.000€) δυσχεραίνουν πολύ την πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη, που ούτως ή άλλως βάλλεται από την κυβέρνηση.
Από την 1η Σεπτεμβρίου 2026, η δήλωση τρίτου στο πλαίσιο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (δηλαδή κατάσχεσης από ιδιώτες σε τραπεζικούς λογαριασμούς) περνά υποχρεωτικά σε νέο ψηφιακό καθεστώς μέσω της πλατφόρμας portal.odee.gr. Παρά τη διακηρυγμένη στόχευση για επιτάχυνση και εκσυγχρονισμό της διαδικασίας, το νέο πλαίσιο δημιουργεί πρόσθετο οικονομικό και διαδικαστικό βάρος για τον πολίτη.
Η σύγκριση του καθεστώτος πριν και μετά την 1η Σεπτεμβρίου είναι αποκαλυπτική. Μέχρι σήμερα, η δήλωση του τρίτου κατετίθετο εγγράφως στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, με δυνατότητα ακόμη και ηλεκτρονικής υποβολής, χωρίς όμως να απαιτείται υποχρεωτικά η μεσολάβηση πληρεξούσιου δικηγόρου.
Πλέον, η δήλωση συντάσσεται, υπογράφεται και υποβάλλεται ηλεκτρονικά από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ η υποβολή γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της. Παράλληλα, στο νέο πλαίσιο καθορίζεται αμοιβή δικαστικού επιμελητή 150 ευρώ για τη σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης για ποσά έως 8.000 ευρώ και 300 ευρώ για ποσά άνω των 8.000 ευρώ, καθώς και 5 ευρώ για κάθε αντίγραφο της έκθεσης.
Το αποτέλεσμα δυστυχώς είναι απογοητευτικό για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το κράτος τον πολίτη. Ο τρίτος, όπως για παράδειγμα ένας εργοδότης ή ένας εκμισθωτής, που καλείται να εκπληρώσει μία υποχρέωση την οποία του επιβάλλει ο νόμος, είναι πλέον υποχρεωμένος να προσφύγει σε δικηγόρο και να αναλάβει το αντίστοιχο κόστος.
Η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης οφείλει να σημαίνει λιγότερη γραφειοκρατία, μικρότερο κόστος και ευκολότερη πρόσβαση για τον πολίτη. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό δημιουργίας νέων οικονομικών εμποδίων και υποχρεωτικών επιβαρύνσεων.
Όταν για την εκπλήρωση μιας δικονομικής υποχρέωσης απαιτούνται πλέον περισσότερα έξοδα και υποχρεωτική επαγγελματική διαμεσολάβηση, τότε η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη δεν διευρύνεται, αντιθέτως περιορίζεται. Η Δικαιοσύνη όμως πρέπει να είναι προσβάσιμη σε όλους, ανεξάρτητα από την οικονομική τους δυνατότητα, ώστε το δικαίωμα όλων να μη μετατρέπεται επί της ουσίας σε προνόμιο για λίγους» καταλήγει.
























