Οι ιστορικοί καύσωνες και η μεγάλη ξηρασία που πλήττουν αυτό το καλοκαίρι τις χώρες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης αποξηραίνουν μερικά από τα μεγαλύτερα ποτάμια της, όπως ο Δούναβης και ο Ρήνος.
Η Ελλάδα είναι πιο τυχερή, καθώς τα υδατικά αποθέματα των ποταμών της είναι αυξημένα σε σχέση με αυτά των τελευταίων ετών. Οι σημαντικές βροχοπτώσεις του χειμώνα και της άνοιξης που πέρασε, αλλά και το γεγονός ότι φέτος η χώρα μας έχει γλιτώσει από τους καύσωνες έχουν βοηθήσει ώστε τα ποτάμια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να μην έχουν ξεραθεί.
Αυτό δείχνουν οι μετρήσεις τουΙνστιτούτου Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ στους ποταμούς της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία από τους περισσότερους από 100 υδρομετρικούς σταθμούς του δικτύου, το υδρολογικό έτος 2025–2026 εξελίσσεται ως αρκετά πιο υγρό από ό,τι τα προηγούμενα έτη στις περισσότερες λεκάνες απορροής των ποταμών.


Οι αθροιστικές βροχοπτώσεις βρίσκονται αισθητά πάνω από τις διάμεσες τιμές των προηγούμενων ετών. Ενδεικτικά, σε σταθμούς στις λεκάνες απορροής του Ευρώτα, του Πηνειού και της δυτικής Ελλάδας καταγράφονται αυξήσεις της τάξης του 60% έως 140%.
Η διευθύντρια του Ινστιτούτου και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΛΚΕΘΕ, Μαρία Στουμπούδη, λέει στην «Κ» ότι «η αυξημένη υδρολογική τροφοδοσία από τις βροχές αποτυπώνεται και στις στάθμες των ποταμών, οι οποίες στους περισσότερους σταθμούς του δικτύου βρίσκονται, για το τρέχον υδρολογικό έτος, πάνω από τις μακροχρόνιες διάμεσες τιμές. Για παράδειγμα, στους περισσότερους ποταμούς της Ηπείρου οι διάμεσες στάθμες του έτους ήταν αυξημένες από 20% έως 140% περίπου σε σχέση με τις μακροχρόνιες διάμεσες τιμές της στάθμης τους».
Για να μειωθεί το νερό στους ποταμούς χρειάζεται ένας συνδυασμός κλιματολογικών συνθηκών και υπεράντλησης υδάτων
Προσθέτει ωστόσο ότι υπάρχουν και τοπικές εξαιρέσεις «γεγονός που δείχνει ότι η υδρολογική κατάσταση μπορεί να διαφοροποιείται σημαντικά ακόμη και μεταξύ γειτονικών λεκανών απορροής. Το τελευταίο εξαρτάται τόσο από την ποσότητα βροχών τοπικά όσο και από την υπεράντληση που συμβαίνει σε ορισμένες περιοχές, κυρίως των υπόγειων νερών».
Δύο από αυτές τις εξαιρέσεις παρουσιάζονται σε παραποτάμους του Αλφειού και του Σπερχειού, στους οποίους η στάθμη είναι μειωμένη κατά 3,7% και 22,9% αντίστοιχα σε σχέση με τις μακροχρόνιες διάμεσες τιμές. «Για να μειωθεί το νερό στους ποταμούς χρειάζεται ένας συνδυασμός κλιματολογικών συνθηκών και υπεράντλησης υδάτων. Οι ανάγκες για νερό παραμένουν ίδιες και στα ξηρά έτη. Είναι κάτι που βλέπουμε και στα νησιά τα οποία έχουν πολύ μεγάλες ανάγκες για νερό το καλοκαίρι λόγω του τουρισμού, αλλά και στις αγροτικές περιοχές που χρειάζονται νερό για άρδευση κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως αν η χρονιά είναι υγρή ή ξηρή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάνω από το 80% του συνολικού νερού που χρησιμοποιούμε πηγαίνει στην άρδευση» εξηγεί.
«Δεν πρέπει να εφησυχάζουμε»
Η κ. Στουμπούδη δίνει έμφαση στην προσοχή και στον σωστό σχεδιασμό που χρειάζεται για να διατηρηθούν τα υδατικά αποθέματα στο ικανοποιητικό επίπεδο που βρίσκονται σήμερα. Οπως λέει, δεν πρέπει να εφησυχάζουμε επειδή φέτος η κατάσταση είναι καλή. «Υπάρχουν και κακές υδρολογικές χρονιές και μάλιστα τα προηγούμενα χρόνια είχαμε μια σειρά από αυτές. Μια καλή χρονιά βοηθάει στην αναπλήρωση των αποθεμάτων νερού. Αλλά πρέπει να ληφθούν μέτρα όπως η αποφυγή της υπεράντλησης. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται στα κατάντη των ποταμών που έχουν φράγματα η κατάλληλη οικολογική παροχή».
Το ΕΛΚΕΘΕ, καταλήγει η κ. Στουμπούδη, θα συνεχίσει να παρακολουθεί τη στάθμη, την παροχή, τη βροχόπτωση και τις παραμέτρους ποιότητας νερού των ποταμών. «Ολα αυτά είναι δεδομένα που μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο την κατάστασή τους, να τη συγκρίνουμε με προηγούμενα υδρολογικά έτη και να εντοπίζουμε έγκαιρα τόσο περιόδους υδρολογικής ξηρασίας όσο και ακραία πλημμυρικά επεισόδια, παρέχοντας την απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση για τη διαχείριση των υδατικών πόρων».
























