Είναι η χαμηλή τιμή ο μοναδικός τρόπος ένα προϊόν να είναι ανταγωνιστικό στις διεθνείς αγορές; Εξαρτάται από την κατηγορία και τον ανταγωνισμό που υπάρχει. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όταν ο παραγωγός είναι μια μικρή χώρα που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική μέσω της διάθεσης μεγάλων όγκων σε χαμηλές τιμές, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα βρίσκεται αλλού. Αυτό φαίνεται να αποδεικνύεται περίτρανα από τις επιδόσεις των ελληνικών εξαγωγών γιαουρτιού, ενώ βήματα προς αυτή την κατεύθυνση μπορούν να γίνουν και για τις εξαγωγές ακτινιδίων και φράουλας που ήδη βρίσκονται σε αλματώδη ανάπτυξη. Το «success story» των παραπάνω προϊόντων στις διεθνείς αγορές αναλύει μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζονται όλοι οι εξαγωγείς περισσότερες αγορές ή μεγαλύτερους όγκους. Αυτό που χρειάζονται είναι να λύσουν τον περιορισμό που τους κρατάει από το επόμενο στάδιο ανάπτυξης. Για άλλους ο δεσμευτικός περιορισμός είναι η πρόσβαση, για άλλους η κλίμακα και για άλλους η αξία που καρπώνονται από την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές.
Τι συμβαίνει με το γιαούρτι, με αρκετές από τις ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες να κάνουν πλέον τις περισσότερες πωλήσεις τους εκτός Ελλάδας, όπως για παράδειγμα η ΦΑΓΕ και η Κρι Κρι; Σύμφωνα με τη μελέτη της ΕΤΕ, το γιαούρτι ακολουθεί στρατηγική εμβάθυνσης: εδραιώνεται σε λίγες ώριμες αγορές της Δυτικής και της Νότιας Ευρώπης, αυξάνοντας θεαματικά όγκους και μερίδια, χωρίς να χάνει τη διαφοροποιημένη τοποθέτησή του. Παρά τον υπερτριπλασιασμό του όγκου εξαγωγών την τελευταία 6ετία και το κέρδος μεριδίου έναντι Ευρωπαίων εξαγωγέων (από 7% σε 20%), διατηρεί σημαντικό premium τιμής της τάξης του 30% έναντι Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Ετσι αποδεικνύει ότι η αύξηση κλίμακας μπορεί να συνδυαστεί με υψηλή αξία. Σημειώνεται ότι οι εξαγωγές ελληνικού γιαουρτιού από 91.000 τόνους το 2019 έχουν φθάσει σήμερα στους 331.000 τόνους, ενώ το μερίδιο της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές εξαγωγές γιαουρτιού βρίσκεται σήμερα στο 20% από 7% το 2019. Αυτό που κυρίως γίνεται είναι όχι τόσο η εξάπλωση σε νέες αγορές, όσο η εδραίωση και επέκταση στις υφιστάμενες αγορές, με το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και τη Γαλλία να απορροφούν το 72% των ελληνικών εξαγωγών γιαουρτιού.
Το ελληνικό ακτινίδιο ακολουθεί μια ισχυρά ανοδική εξαγωγική πορεία, η οποία στηρίζεται στη σημαντική διεύρυνση της εγχώριας παραγωγικής βάσης. Μεταξύ 2019 και 2026 ο όγκος των εξαγωγών αυξήθηκε κατά περίπου 70%, συμβαδίζοντας με την αύξηση της ελληνικής παραγωγής κατά 60% έως το 2024. Περίπου τα δύο τρίτα των πρόσθετων εξαγόμενων ποσοτήτων κατευθύνθηκαν στις ευρωπαϊκές αγορές και το ένα έκτο στη Βόρεια Αμερική. Το ελληνικό ακτινίδιο αύξησε το μερίδιό του στις ευρωπαϊκές εξαγωγές σε 30% το 2026, από 24% το 2019. Ετσι έχει σχεδόν καλύψει την απόσταση από την Ιταλία, την παραδοσιακά ηγετική εξαγωγική χώρα, της οποίας το μερίδιο υποχώρησε από 44% σε 32%. Η εξάπλωση αυτή οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη χαμηλότερη κατά 40% τιμή του ελληνικού ακτινιδίου έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Το επόμενο στάδιο ωρίμανσης είναι η αναβάθμιση της εμπορικής τοποθέτησης του προϊόντος μέσω πιο άμεσων πωλήσεων, ισχυρότερης τυποποίησης και διαφοροποίησης και μεγαλύτερου ελέγχου της τελικής διάθεσης, κάτι που θα σημαίνει και αύξηση της τιμής.
Το παραπάνω έχει ήδη πετύχει η φράουλα, με την Ελλάδα να καθίσταται πλέον ο δεύτερος μεγαλύτερος Ευρωπαίος εξαγωγέας μετά την Ισπανία. Αυτό έγινε μέσα από την επέκταση των εξαγωγών στην Ανατολική Ευρώπη, κυρίως στην Πολωνία, και την ενίσχυση των εξαγωγών στη Δυτική Ευρώπη. Η αύξηση όγκων και μεριδίων συνοδεύτηκε από σταδιακή κάλυψη μέρους του αρχικού τιμολογιακού μειονεκτήματος και πλέον η μέση τιμή εξαγωγών της ελληνικής φράουλας είναι αντίστοιχη με εκείνη των Ευρωπαίων ανταγωνιστών, από 40% χαμηλότερη πριν από πέντε χρόνια.
























