Πρόκειται για μια επιστημονική προσέγγιση, που βασίζεται στα διαθέσιμα δεδομένα και όχι για πρόβλεψη με βεβαιότητα, καθώς η τελική διαμόρφωση των βάσεων εξαρτάται από έναν συνδυασμό παραγόντων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέχρι και την τελευταία στιγμή.
Οι ειδικοί στην εκπαιδευτική πολιτική επισημαίνουν διαχρονικά ότι η συμπλήρωση του μηχανογραφικού πρέπει να γίνεται με βάση τις πραγματικές προτιμήσεις, τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα και τις προοπτικές κάθε Τμήματος και όχι με γνώμονα τις προβλέψεις για τις βάσεις, οι οποίες αποτελούν αποτέλεσμα των επιλογών όλων των υποψηφίων.
Σύμφωνα με τον Στράτο Στρατηγάκη, «η εκτίμηση των βάσεων εξαρτάται από 4 παράγοντες: τον αριθμό των εισακτέων, τις βαθμολογικές επιδόσεις των υποψηφίων, την ΕΒΕ των Τμημάτων και τις επιθυμίες των υποψηφίων, όπως εκφράζονται από τη δήλωση των σχολών στο Μηχανογραφικό».
Στην πράξη, κάθε ένας από αυτούς τους παράγοντες μπορεί να μεταβάλει σημαντικά την τελική εικόνα.
Σταθερός αριθμός εισακτέων, με εξαίρεση τις στρατιωτικές σχολές
Ο αριθμός των εισακτέων παραμένει τα τελευταία χρόνια σχετικά σταθερός στα περισσότερα πανεπιστημιακά Τμήματα, γεγονός που περιορίζει την επίδρασή του στις βάσεις.
Όπως σημειώνει ο Στράτος Στρατηγάκης: «Επηρεάζει τις εκτιμήσεις μας η συνεχής αύξηση του αριθμού των κοινών Τμημάτων, των Τμημάτων δηλαδή που δηλώνονται από περισσότερα από ένα επιστημονικά πεδία. Φέτος, για παράδειγμα, οι Στρατιωτικές Σχολές εντάχθηκαν και σε άλλα Πεδία εκτός από το 2ο στο οποίο εντάσσονταν εδώ και δεκαετίες. Αυτό δημιουργεί μεγάλη δυσκολία στην εκτίμηση των βάσεων, διότι δεν γνωρίζουμε από ποιο Πεδίο δηλώνονται οι σχολές για να συγκρίνουμε τις βαθμολογικές επιδόσεις.»
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αλλάζει ουσιαστικά τον ανταγωνισμό, καθώς υποψήφιοι διαφορετικών επιστημονικών πεδίων με διαφορετικές βαθμολογικές επιδόσεις διεκδικούν πλέον τις ίδιες θέσεις. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη κάθε προσπάθεια ακριβούς πρόβλεψης.
Τα στοιχεία που λείπουν από το Υπουργείο Παιδείας
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Στράτος Στρατηγάκης στις ελλείψεις των στοιχείων που δημοσιοποιεί το Υπουργείο Παιδείας. «Οι βαθμολογικές επιδόσεις των υποψηφίων που δημοσιεύει το Υπουργείο Παιδείας είναι ελλιπείς, διότι το Υπουργείο αρνείται να δημοσιεύσει τους μέσους όρους των υποψηφίων». Όπως εξηγεί, η απουσία αυτών των δεδομένων δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί πώς συνδυάζονται οι επιδόσεις κάθε υποψηφίου στα τέσσερα εξεταζόμενα μαθήματα.
Στην πραγματικότητα, η έλλειψη αυτών των συγκεντρωτικών στατιστικών δυσκολεύει όχι μόνο τους αναλυτές αλλά και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την εξέλιξη των βάσεων, καθώς οι κατανομές ανά μάθημα δεν αρκούν για να αποτυπώσουν την πραγματική εικόνα του ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά φέτος η εικόνα των επιδόσεων στη Φυσική, που σύμφωνα με τον Στράτο Στρατηγάκη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας.
«Φέτος ιδιαίτερο πρόβλημα δημιουργούν οι βαθμολογικές επιδόσεις στη Φυσική, που είναι εντελώς άδικες ισοπεδώνοντας τους πολύ καλούς και τους άριστους υποψηφίους με τους μέτρια προετοιμασμένους, αφού έγραψαν όλοι άριστα».
Ο ίδιος εκτιμά ότι η εξέλιξη αυτή θα έχει άμεσο αντίκτυπο ακόμη και στις πλέον ανταγωνιστικές σχολές: «Αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα στην εκτίμηση της διαμόρφωσης των βάσεων και μία από τις συνέπειες θα είναι να μικρύνει η διαφορά της Ιατρικής Αθήνας από την Ιατρική Αλεξανδρούπολης».
Η συγκεκριμένη παρατήρηση αποτυπώνει ένα γενικότερο φαινόμενο: όταν ένα μάθημα παύει να διαφοροποιεί ουσιαστικά τους υποψηφίους, οι βάσεις των σχολών με παρόμοιο ακαδημαϊκό κύρος τείνουν να συγκλίνουν περισσότερο.
Καθοριστική παραμένει και η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί ως φίλτρο αποκλεισμού για χιλιάδες υποψηφίους κάθε χρόνο.
Όπως αναφέρει ο Στράτος Στρατηγάκης, «ο επόμενος παράγοντας που διαμορφώνει τις βάσεις είναι η ΕΒΕ του κάθε Τμήματος. Ευτυχώς εδώ διαθέτουμε τα στοιχεία».
Η ΕΒΕ δεν επηρεάζει μόνο το ποιοι αποκλείονται από την εισαγωγή, αλλά μεταβάλλει και την κατανομή των υποψηφίων στα υπόλοιπα Τμήματα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου αρκετοί δεν πληρούν το απαιτούμενο όριο.
Ακόμη και όταν οι βαθμολογικές επιδόσεις και οι διαθέσιμες θέσεις είναι γνωστές, οι βάσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται από έναν παράγοντα που δύσκολα μπορεί να προβλεφθεί: τις πραγματικές επιλογές των υποψηφίων.
«Ο τελευταίος παράγοντας που διαμορφώνει τις βάσεις είναι οι επιθυμίες των υποψηφίων που εκφράζονται στη συμπλήρωση του Μηχανογραφικού τους. Οι προτιμήσεις των υποψηφίων αλλάζουν απρόβλεπτα και δημιουργούν εκπλήξεις στη διαμόρφωση των βάσεων, που δεν δικαιολογούνται από τις βαθμολογικές επιδόσεις».
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται έντονες μεταβολές στις προτιμήσεις των υποψηφίων. Τμήματα που συνδέονται με επαγγέλματα υψηλής ζήτησης στην αγορά εργασίας, όπως η Πληροφορική, η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι Ψηφιακές Τεχνολογίες, η Κυβερνοασφάλεια και ορισμένες σχολές Πολυτεχνείων και Οικονομικών Επιστημών, εμφανίζουν αυξημένη ζήτηση. Αντίθετα, ορισμένα περιφερειακά Τμήματα ή γνωστικά αντικείμενα με περιορισμένες επαγγελματικές διεξόδους παρουσιάζουν χαμηλότερη προτίμηση, ανεξάρτητα από το επίπεδο των βάσεών τους.
Παράλληλα, παράγοντες όπως το κόστος διαβίωσης στις μεγάλες φοιτητουπόλεις, η δυνατότητα μετακίνησης, οι προοπτικές μετεγγραφής και οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις επιλογές των οικογενειών.
Κλείνοντας, ο Στράτος Στρατηγάκης επισημαίνει: «Προσπαθήσαμε να λάβουμε υπόψη μας όσους από τους παράγοντες είναι δυνατό στην εκτίμηση της διαμόρφωσης των βάσεων που έχουν συμπεριληφθεί στους πίνακες που ακολουθούν». Οι πίνακες αποτελούν μια τεκμηριωμένη εκτίμηση, βασισμένη στα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, στη διαχρονική μελέτη της συμπεριφοράς των υποψηφίων και στην πολυετή εμπειρία ανάλυσης των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Αναλυτικά οι πίνακες με τις εκτιμήσεις:






























