Του Δημήτρη Βαρακλιώτη
Η Λευκή Νύχτα καθιερώθηκε με στόχο να αποτελέσει έναν θεσμό που θα ενίσχυε την τοπική αγορά, θα προσέλκυε επισκέπτες στην πόλη και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας.
Ύστερα από αρκετά χρόνια διοργάνωσης, θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να γίνει μια ουσιαστική αξιολόγηση του θεσμού και να τεθούν ερωτήματα για το κατά πόσο εξυπηρετεί σήμερα τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.
Η εικόνα του κέντρου μιας πόλης γεμάτης κόσμο δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηρίσει μια διοργάνωση επιτυχημένη.
Η πραγματική επιτυχία αποτυπώνεται στο κατά πόσο η αυξημένη επισκεψιμότητα μετατρέπεται σε πραγματική εμπορική κίνηση και σε αύξηση του τζίρου των επιχειρήσεων. Η εμπειρία πολλών επαγγελματιών δείχνει ότι αυτό δεν συμβαίνει στον βαθμό που θα έπρεπε. Ο κεντρικός δρόμος γεμίζει κόσμο, όμως ένα μεγάλο μέρος των επισκεπτών περιορίζεται στη βόλτα, στις εκδηλώσεις και στην εστίαση, χωρίς να πραγματοποιεί αγορές από τα εμπορικά καταστήματα.
Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα είναι η επιλογή της ημερομηνίας. Δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος η «Λευκή Νύχτα» να πραγματοποιείται μόλις δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη των εκπτώσεων. Είναι απολύτως φυσιολογικό οι καταναλωτές να επιλέγουν να περιμένουν τις εκπτώσεις για να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους, γνωρίζοντας ότι θα βρουν τα ίδια προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές. Με αυτόν τον τρόπο, ο ίδιος ο σχεδιασμός της διοργάνωσης περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και δεν βοηθά την εμπορική αγορά να αυξήσει τον τζίρο της.
Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες εκδηλώσεις συγκεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στο κέντρο της πόλης. Η αγορά, όμως, δεν αποτελείται μόνο από το κέντρο. Υπάρχουν επιχειρήσεις σε όλους τους εμπορικούς δρόμους και σε όλες τις γειτονιές, οι οποίες συμμετέχουν ισότιμα στην τοπική οικονομία και δικαιούνται να επωφελούνται από έναν θεσμό που πραγματοποιείται στο όνομα της ενίσχυσης της αγοράς. Ένας πιο ολοκληρωμένος σχεδιασμός θα έπρεπε να προβλέπει δράσεις και εκδηλώσεις σε ολόκληρο τον εμπορικό ιστό της πόλης, ώστε η επισκεψιμότητα να διαχέεται παντού και όχι μόνο στο κέντρο.
Παράλληλα, είναι εμφανές ότι ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται η διοργάνωση ευνοεί περισσότερο την εστίαση και τις επιχειρήσεις αναψυχής. Η συμβολή τους στην οικονομική ζωή της πόλης είναι αναμφισβήτητη και κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία τους. Ωστόσο, η «Λευκή Νύχτα» δημιουργήθηκε ως εμπορικός θεσμός και όχι αποκλειστικά ως βραδιά διασκέδασης. Ο σχεδιασμός της θα πρέπει να έχει ως βασική προτεραιότητα την ενίσχυση των εμπορικών επιχειρήσεων και να διασφαλίζει ότι τα οφέλη κατανέμονται ισόρροπα σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους.
Ένας ακόμη προβληματισμός αφορά το περιεχόμενο των εκδηλώσεων. Τα τελευταία χρόνια οι ίδιες ή παρόμοιες δράσεις επαναλαμβάνονται σχεδόν κάθε χρόνο, χωρίς ουσιαστική ανανέωση. Ένας θεσμός που θέλει να εξελίσσεται και να προσελκύει νέο κοινό χρειάζεται φρέσκες ιδέες, δημιουργικότητα και σύγχρονο σχεδιασμό.
Η ανανέωση του προγράμματος, ακόμη και με τη συνεργασία εξειδικευμένων επαγγελματιών στη διοργάνωση εκδηλώσεων, θα μπορούσε να δώσει νέα δυναμική στον θεσμό και να τον καταστήσει πιο ελκυστικό.
Εάν πραγματικός στόχος είναι η προσέλκυση επισκεπτών από άλλες πόλεις, τότε απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική προβολής. Μια μεγάλη κεντρική συναυλία με έναν αναγνωρίσιμο καλλιτέχνη πανελλαδικής εμβέλειας, σε συνδυασμό με έγκαιρη διαφημιστική καμπάνια σε γειτονικούς νομούς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό κίνητρο για να επισκεφθεί κάποιος την πόλη.
Μόνο έτσι η διοργάνωση θα αποκτήσει πραγματικά υπερτοπικό χαρακτήρα και θα δημιουργήσει νέα καταναλωτική κίνηση αντί να απευθύνεται αποκλειστικά στους κατοίκους της περιοχής.
Αξίζει όμως να γίνει και η απαραίτητη αυτοκριτική.
Πολλοί έμποροι εφαρμόζουν εκπτώσεις και προσφορές πριν και μετά τη Λευκή Νύχτα, με αποτέλεσμα να χάνεται η μοναδικότητα του θεσμού και να μειώνεται το κίνητρο των καταναλωτών να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους εκείνη τη βραδιά.
Τέλος, θεωρώ ότι κάθε διοργάνωση αυτού του μεγέθους οφείλει να συνοδεύεται από διαφάνεια και λογοδοσία μετά το πέρας της Λευκής Νύχτας.
Οι επιχειρηματίες που στηρίζουν τον θεσμό έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιο ήταν το συνολικό κόστος της διοργάνωσης, από ποιες πηγές χρηματοδοτήθηκε, ποιοι ήταν οι χορηγοί και ποια ήταν τα μετρήσιμα αποτελέσματα για την τοπική αγορά. Ένας δημόσιος οικονομικός και διοικητικός απολογισμός δεν αποτελεί απλώς ένδειξη χρηστής διοίκησης· αποτελεί βασική προϋπόθεση για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και για τη συνεχή βελτίωση του θεσμού.
Η Λευκή Νύχτα δεν χρειάζεται να καταργηθεί. Χρειάζεται, όμως, να επανασχεδιαστεί. Με διαφορετική ημερομηνία, μακριά από τις εκπτώσεις, με εκδηλώσεις σε ολόκληρη την αγορά της πόλης, με ανανεωμένες ιδέες, με δράσεις που θα ενισχύουν πρωτίστως το εμπόριο, με ισχυρή προβολή που θα προσελκύει επισκέπτες από άλλες περιοχές και με πλήρη διαφάνεια ως προς τη διοργάνωση και τα οικονομικά της στοιχεία, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν πραγματικό αναπτυξιακό θεσμό προς όφελος όλων των επαγγελματιών και της πόλης συνολικά.
























