Ακούμε συχνά το τελευταίο διάστημα από δημοσιολογούντες, αλλά και πολιτικούς της κυβερνητικής πλειοψηφίας περί νέου διπόλου. Ότι δηλαδή η έλευση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό παιχνίδι και τα δημοσκοπικά ποσοστά του 15% μαζί με τα ποσοστά του 28% της Νέας Δημοκρατίας αποτελούν τη νέα εποχή του δικομματισμού στη χώρα.
Το πρώτο που κάνεις όταν ακούς έναν τέτοιο ισχυρισμό είναι να κοιτάξεις τους αριθμούς. Όταν το δίπολο δεν πλησιάζει καν το 45% το σίγουρο είναι πως αυτό που συμβαίνει δεν είναι δικομματισμός. Όταν μάλιστα το τρίτο κόμμα βρίσκεται 3-4 μονάδες μακριά από το δεύτερο και την ίδια στιγμή οχτώ με δέκα ακόμα κόμματα διεκδικούν την είσοδό τους στο κοινοβούλιο, τότε και μόνο η επίκληση του διπόλου προκαλεί θυμηδία. Αλλά και εάν, για το παιχνίδι της συζήτησης, δεχθούμε πως στο πολιτικό σκηνικό υπάρχει νέο δίπολο, γιατί δεν υπήρχε πριν λίγο καιρό όταν το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στο 15% αλλά υπάρχει τώρα που η ΕΛΑΣ βρίσκεται στα ίδια ποσοστά;
Δε νομίζω πως χρειάζεται περισσότερη ανάλυση για να καταλάβουμε πως δίπολο σήμερα απλά δεν υφίσταται. Δε μπορεί να συγκριθεί το σημερινό πολιτικό σκηνικό με αυτά των προηγούμενων δεκαετιών όταν τα δυο μεγάλα κόμματα ξεπερνούσαν αθροιστικά το 80% των ψήφων. Τότε όμως γιατί έχουν αρχίσει να τον χρησιμοποιούν; Διότι απλά ως αφήγημα βολεύει και τους δυο, και κυρίως το κυβερνών κόμμα. Και εφόσον βολεύει προσπαθούν τεχνητά να δημιουργήσουν τις συνθήκες ώστε να γίνει πράξη.
Η μεν Νέα Δημοκρατία «παίζει» με τον φόβο διότι θεωρεί, λανθασμένα, πως η έλευση του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να φοβίσει και να επαναπατρίσει από μόνη της δεξιές και κεντρώες ψήφους. Ο δε Αλέξης Τσίπρας βολεύεται από το κυβερνητικό αφήγημα καθώς τον υψώνει περαιτέρω. Δεν έχει κανένα λόγο να μην «παίξει» πάνω σε αυτό.
Το Μαξίμου όμως λανθάνει στην εκτίμησή του. Και μάλιστα διπλά. Πρώτον, ο Τσίπρας του 2026 δεν προκαλεί τον φόβο που προκαλούσε την περίοδο 2012-2015 σε δεξιούς και κεντρώους ψηφοφόρους. Η αριστερά που φέρνει είναι μια πιο ελαφριά εκδοχή της αριστεράς από την οποία προήλθε, κυρίως επικοινωνιακά. Επίσης, δεν είναι ριζοσπαστική αλλά απολύτως συστημική. Άρα δε φοβίζει. Και όποιος δε φοβίζει δε δημιουργεί συσπείρωση στον αντίπαλο. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Μαξίμου δε μπορεί να δημιουργήσει δίπολο με την ΕΛΑΣ είναι πως για πολλούς δυσαρεστημένους συντηρητικούς ψηφοφόρους ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει έρθει πολύ κοντά στον Αλέξη Τσίπρα σε τοποθέτηση σε μια σειρά θεμάτων: Το γεγονός πως δεν έχει κάνει τίποτα εναντίον των Σκοπίων για τη συμφωνία των Πρεσπών, η προώθηση των Μακεδονικών προϊόντων που εξήγγειλε αλλά ποτέ δεν έγινε πράξη, η συμφωνία φιλίας με την Τουρκία ενώ η «γαλάζια πατρίδα» είναι σε πλήρη προώθηση, η υιοθέτηση κάθε πτυχής της woke ατζέντας και η προσπάθεια επιβολής της στην ελληνική κοινωνία, η οικονομία των επιδομάτων, η φοβική διαχείριση του μεταναστευτικού και της εγκληματικότητας, η χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην ΕΕ, δεν είναι πολιτικές και αποτελέσματα πολιτικών του Αλέξη Τσίπρα. Θα μπορούσαν, αλλά δεν είναι. Είναι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι συντηρητικοί ψηφοφόροι λοιπόν ενδέχεται να φοβούνται περισσότερο τον πρωθυπουργό από ότι τον πρόεδρο της ΕΛΑΣ.
Όχι μόνο λοιπόν δεν υπάρχει δίπολο, αλλά ούτε οι συνθήκες για τη δημιουργία του υπάρχουν. Και η προσπάθεια τεχνητής ανάκαμψης των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος είναι πολύ πιθανό να πέσει στο κενό. Διότι καλή η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων αλλά υπάρχει και η ουσία. Και εκεί η κυβέρνηση έχει πρόβλημα σοβαρό.
























