«Ελπίζω η δική μας ιστορία να μπορέσει να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για άλλες χώρες», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας σε εκδήλωση στις Βρυξέλλες με τίτλο: «Η Εθνική κοινωνική συμφωνία της Ελλάδας: Ένα ευρωπαϊκό μοντέλο για τον κοινωνικό διάλογο».
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε πως οι πρόσφατα οι κοινωνικοί εταίροι κατάφεραν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να καταλήξουν σε μια συμφωνία-ορόσημο, μια συμφωνία-πλαίσιο, η οποία επικυρώθηκε από το κοινοβούλιο.
«Οι κοινωνικοί εταίροι και η κυβέρνηση, ως εγγυητής της συμφωνίας, πέτυχαν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό», συνέχισε και επισήμανε ότι από τότε έχουν υπογραφεί πολλές κλαδικές συμφωνίες που προσφέρουν πάντα καλύτερες συνθήκες εργασίας.
«Στο τέλος της ημέρας, πρέπει να γνωρίζουμε ότι το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όλες οι κυβερνήσεις σήμερα είναι η οικονομική προσιτότητα του κόστους ζωής. Και όταν μιλάμε για οικονομική προσιτότητα, η απάντηση πρέπει να είναι περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα», ανέφερε.
Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι η μείωση των φόρων ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα και πως αυτές οι συμφωνίες κατάφεραν να προσφέρουν καλύτερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας.
«Και αναμένω ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί. Νομίζω ότι έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο ωριμότητας όπου μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτές τις βέλτιστες πρακτικές και να πάψουμε να τις αντιμετωπίζουμε ως εξαιρέσεις, προσπαθώντας αντίθετα να τις καταστήσουμε κανόνα», τόνισε.
Έφερε ως παράδειγμα την υπογραφή μιας τέτοιας συμφωνίας στη Ρόδο ανάμεσα στους εργαζόμενους στα ξενοδοχεία και τους εργοδότες τους.
Σημείωσε ότι αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου οι εργοδότες συνειδητοποιούν ότι η προσέλκυση ταλέντου δεν είναι πλέον εύκολη υπόθεση.
«Είναι εύκολο να προσελκύσεις εργαζομένους όταν η ανεργία βρίσκεται στο 18%, καθώς υπάρχουν πολλοί διαθέσιμοι εργαζόμενοι. Όταν όμως η ανεργία βρίσκεται γύρω στο 8%, πρέπει να προσφέρεις κάτι καλύτερο. Και αυτό δεν αφορά μόνο έναν καλύτερο μισθό, αλλά και καλύτερες παροχές. Χαίρομαι που αρχίζουμε να το κατανοούμε αυτό. Και είναι κάτι που πραγματικά αρχίζει να συμβαίνει στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε τομείς όπως ο τουρισμός και η φιλοξενία», πρόσθεσε ο κ. Μητσοτάκης.
«Συνήθως είναι η Αριστερά που μιλά συνεχώς για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ωστόσο, ήταν μια κεντροδεξιά κυβέρνηση που κατάφερε να επιτύχει μια συμφωνία η οποία ωφελεί τόσο τους εργοδότες όσο και τους εργαζομένους – και κυρίως τους εργαζομένους», ανέφερε στη συνέχεια
Επισήμανε δε ότι είμαστε σε μια εποχή όπου οι νέοι άνθρωποι σε ολόκληρη την Ευρώπη αισθάνονται ότι απειλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία θα αποτελέσει μια τεράστια πρόκληση για την κοινωνική συνοχή και αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε σημαντικές αναδιαρθρώσεις στην αγορά εργασίας.
«Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση, αλλά και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, νοιάζονται πραγματικά για τους εργαζομένους και παράγουν απτά αποτελέσματα, θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό», συμπλήρωσε ενώ τόνισε πως ο μόνος τρόπος για να οικοδομήσεις εμπιστοσύνη είναι να τηρείς τις δεσμεύσεις σου και να παραδίδεις αποτελέσματα.
«Ακούγεται ίσως απλοϊκό, αλλά δεν υπάρχουν πολλές κυβερνήσεις στην Ευρώπη σήμερα που να το κάνουν αυτό. Είμαι περήφανος που, καθώς εισερχόμαστε στον τελευταίο χρόνο της θητείας μας, έχουμε υλοποιήσει τις δεσμεύσεις μας όσον αφορά τους μισθούς. Έχουμε προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές στην αγορά εργασίας. Έχουμε θέσει την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων στο επίκεντρο της εργασιακής μας πολιτικής. Και έχουμε καταφέρει να φέρουμε στο ίδιο τραπέζι εργαζομένους και εργοδότες, ώστε να υπογράψουν αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες», διαμήνυσε.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε επιπλέον ότι οι συμφωνίες αυτές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την παραγωγικότητα και έφερε ως παράδειγμα τον νέο νόμο για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, ο οποίος θα τεθεί σε εφαρμογή το 2028.
«Δεν μπορούμε να προσφέρουμε απλώς ελκυστικές ονομαστικές αυξήσεις μισθών, οι οποίες δεν υποστηρίζονται πραγματικά από την παραγωγικότητα. Η επόμενη πρόκληση, λοιπόν, θα είναι το πώς θα χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη για να ενισχύσουμε την παραγωγικότητα του εργατικού μας δυναμικού», επισήμανε και τόνισε πως η γνώση του τρόπου αξιοποίησης αυτής της τεχνολογίας είναι απολύτως κρίσιμη και πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων.
«Είναι καλό για εμάς στην Ελλάδα. Πριν από δέκα χρόνια, πόσοι άνθρωποι έλεγαν καλά λόγια για την Ελλάδα σε αυτή την πόλη; Όμως, χάρη στην επιμονή του ελληνικού λαού, καταφέραμε να επιτύχουμε σημαντική ανάπτυξη, από τις υψηλότερες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα, μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πρωτογενή μας πλεονάσματα με στοχευμένο τρόπο για να βοηθήσουμε όσους έχουν ανάγκη απέναντι στο κύμα πληθωρισμού και αυξήσεων τιμών που έχει πλήξει ουσιαστικά όλες τις οικονομίες μετά την πανδημία της COVID», τόνισε.
























