Βόμβα στα θεμέλια της αγοράς εργασίας αλλά και της κοινωνικής ασφάλισης μπορεί να βάλει ενδεχόμενη επαλήθευση των προβλέψεων για το Δημογραφικό, όπως αυτές αποτυπώνονται σε μελέτη που δημοσιοποίησε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) περί κοινωνικών και οικονομικών τάσεων στις ελληνικές περιφέρειες στις 11.06.26.
Αν και τα ήδη υφιστάμενα στοιχεία για την ηλικιακή διάρθρωση της εργασιακής πυραμίδας είναι ήδη θλιβερά, οι προβλέψεις του ΙΟΒΕ για το -όχι και τόσο μακρινό- μέλλον είναι ακόμα… χειρότερες.
Από αυτήν την άποψη, μόνο «τυχαίες» δεν μπορούν να θεωρηθούν είναι οι προβλέψεις του ίδιου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Προγραμματισμό για το 2027 – 2030, σύμφωνα με τις οποίες από το 2029 επανεμφανίζονται -και μάλιστα δυναμικά- ελλείμματα στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.
Σε συνομιλία που είχε για το θέμα αυτό το powergame.gr το υψηλόβαθμο στέλεχος της ΤτΕ και τέως Υφυπουργό Κοινωνικής Ασφάλισης, κ. Πάνο Τσακλόγλου, δήλωσε πως «παρά τις ισχυρές πιέσεις που προκαλεί η δημογραφική γήρανση, η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μπορεί να στηρίξει την αγορά εργασίας, ενώ το συνταξιοδοτικό σύστημα θεωρείται βιώσιμο υπό την προϋπόθεση εφαρμογής των ήδη νομοθετημένων κανόνων».
Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης του ΙΟΒΕ
Στη μελέτη του ΙΟΒΕ αποτυπώνονται τα εξής βασικά σημεία:
- Καταγράφεται σταθερή μείωση των κατά κεφαλήν γεννήσεων σε όλες τις περιφέρειες, σε συνδυασμό με μετατόπιση της τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες, με την ηλικιακή ομάδα 30-39 ετών να συγκεντρώνει πλέον το μεγαλύτερο ποσοστό γεννήσεων. Παράλληλα, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ο συντελεστής γονιμότητας εμφανίζει οριακή βελτίωση σε σχέση με το 2000, η συνολική μείωση του πληθυσμού και η συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων οδηγούν σε χαμηλότερο απόλυτο αριθμό γεννήσεων.
- Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής ενισχύει περαιτέρω τη δημογραφική γήρανση, ενώ οι περιφερειακές διαφοροποιήσεις, ιδίως ως προς την παιδική θνησιμότητα και το επίπεδο γεννήσεων, υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις πολιτικής στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας.
- Σε ό,τι αφορά το μεταναστευτικό ισοζύγιο, η εικόνα χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις. Η περίοδος της κρίσης συνοδεύτηκε από σημαντική καθαρή εκροή πληθυσμού, κυρίως ατόμων ηλικίας 25-64 ετών, γεγονός που επέτεινε το φαινόμενο του brain drain και επηρέασε αρνητικά το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Τα τελευταία έτη παρατηρείται βελτίωση του μεταναστευτικού ισοζυγίου, χωρίς ωστόσο να επαρκεί για να αντισταθμίσει την επίμονη αρνητική δυναμική του φυσικού ισοζυγίου.
- Σύμφωνα με το βασικό σενάριο προβολών της Eurostat, ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να ακολουθήσει διαχρονικά ισχυρή πτωτική πορεία κατά τον 21ο αιώνα. Συγκεκριμένα, ο πληθυσμός προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 9,5 εκατομμύρια το 2050 και να περιοριστεί περαιτέρω στα 8,1 εκατομμύρια έως το 2100.
- Μέχρι τα μέσα του αιώνα, οι αποκλίσεις μεταξύ των εναλλακτικών σεναρίων προβολής παραμένουν σχετικά περιορισμένες. Στα δυσμενέστερα σενάρια, αυτά της χαμηλής γονιμότητας και μηδενικής μετανάστευσης, ο πληθυσμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στα 9,1 εκατομμύρια το 2050, έναντι 9,6 εκατομμυρίων στο σενάριο υψηλής μετανάστευσης. Στο σενάριο υψηλής μετανάστευσης, η συνολική μείωση του πληθυσμού μεταξύ 2022 και 2100 περιορίζεται στο 16%, με τον πληθυσμό να ανέρχεται σε 8,9 εκατομμύρια.Αντίθετα, στο βασικό σενάριο η μείωση εκτιμάται στο 23%, ενώ στο σενάριο μηδενικών μεταναστευτικών ροών η συρρίκνωση μπορεί να φθάσει το 45%, οδηγώντας τον πληθυσμό στα 5,7 εκατομμύρια έως το τέλος του αιώνα.
- Ενώ η Ευρωζώνη προβλέπεται να εμφανίσει περιορισμένη μείωση της τάξεως του 5% έως το 2100 (σε σχέση με το 2020, βάσει του βασικού σεναρίου), η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη προβλεπόμενη υποχώρηση πληθυσμού.
- Οι νεότερες ηλικιακές ομάδες (έως 29 ετών) ακολουθούν διαχρονικά καθοδική πορεία, με τη μείωση να εντείνεται μετά το 2010 και να συνεχίζεται σε όλο τον ορίζοντα των προβολών. Παράλληλα, η μεσαία ηλικιακή ομάδα (30–54 ετών), δηλαδή ο βασικός κορμός του παραγωγικού πληθυσμού, παρουσιάζει επίσης σταθερή συρρίκνωση μετά την κορύφωση της δεκαετίας του 2000. Αντίθετα, οι ηλικιακές ομάδες 55-84 ετών και άνω των 85 ετών καταγράφουν σημαντική αύξηση έως περίπου το 2040-2050, ενώ στη συνέχεια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με το παρελθόν.
- Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός, από 6,8 εκατομμύρια το 2010, μειώθηκε σε 6,2 εκατομμύρια το 2020 και προβλέπεται να περιοριστεί περαιτέρω σε 4,7 εκατομμύρια το 2050 και σε περίπου 4 εκατομμύρια το 2100.
- Σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, η Ελλάδα καταγράφει διαχρονικά υψηλότερο δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας, με τη διαφορά να διευρύνεται μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Αν και η γήρανση αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή τάση, η ελληνική περίπτωση χαρακτηρίζεται από εντονότερη αύξηση του λόγου ηλικιωμένων προς τον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας. Στην κατάταξη των χωρών της Ευρωζώνης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη μεταξύ εκείνων με τον υψηλότερο δείκτη εξάρτησης και παραμένει σε αντίστοιχα υψηλές θέσεις και στις προβολές έως το 2100.
Τσακλόγλου: Για την κάλυψη των αναγκών θα απαιτηθεί και χρήση μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού
Μιλώντας στο powergame.gr, το μέλος του συμβουλίου νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδας και τέως Υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, καθηγητής του ΟΠΑ, κ. Πάνος Τσακλόγλου, δήλωσε πως «τις τελευταίες δεκαετίες στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες παρατηρείται σημαντική μείωση του ποσοστού γονιμότητας (του αριθμού παιδιών ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) και ταυτόχρονα αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Ο συνδυασμός των δύο αυτών τάσεων οδηγεί σε μικρότερους και γηρασμένους πληθυσμούς. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε πιο πρόσφατα χρόνια η τάση αυτή εμφανίζεται και σε όλο και περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα και, μάλιστα, λόγω του σημαντικού brain drain της δεκαετίας της κρίσης το πρόβλημα είναι ακόμα πιο σοβαρό. Οι συνέπειες της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού είναι σημαντικές σε όλους τους τομείς της οικονομίας, αλλά ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας και στο συνταξιοδοτικό. Όμως, υπάρχουν κάποιες χαραμάδες αισιοδοξίας.
Το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα είναι αρκετά χαμηλότερο του Ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό είναι πιο έντονο ιδίως σε τέσσερεις ομάδες: Γυναίκες, νέοι, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και άτομα με αναπηρία. Τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί σημαντικά μέτρα για την ενθάρρυνση της αύξησης της συμμετοχής των ομάδων αυτών στο εργατικό δυναμικό και σε πολλές περιπτώσεις τα αποτελέσματα είναι θεαματικά (π.χ. απασχόληση συνταξιούχων). Τα αποτελέσματα των μέτρων αυτών, σε συνδυασμό με την εξάλειψη των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, αναμένεται ότι τα επόμενα χρόνια θα οδηγήσουν σε σύγκλιση του ελληνικού ποσοστού συμμετοχής προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν προστεθεί και η σταδιακή αναστροφή του brain drain που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, οι εξελίξεις αυτές μπορούν να προσφέρουν σημαντικές βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες «ανάσες» στην αγορά εργασίας, χωρίς όμως να αναιρούν τις μακροχρόνιες δημογραφικές πιέσεις.
Όμως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς (όπως ο πρωτογενής), θα απαιτηθεί και χρήση μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού. Η εμπειρία πολλών χωρών (και της Ελλάδας των δεκαετιών πριν την κρίση) δείχνει ότι η επιτυχημένες μεταναστευτικές πολιτικές έχουν δύο χαρακτηριστικά:
(α) τα προσόντα των μεταναστών πρέπει να είναι συμπληρωματικά προς τα προσόντα του γηγενούς εργατικού δυναμικού, και,
(β) κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών. Δύσκολες, αλλά όχι ακατόρθωτες προϋποθέσεις».
Καταλήγοντας, ο κ. Τσακλόγλου ανέφερε στο powergame.gr, «οι επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού στο συνταξιοδοτικό είναι προφανείς, εφόσον ο πυρήνας του συστήματός μας είναι διανεμητικός (δηλαδή, οι εισφορές όλο και λιγότερων εργαζομένων θα πρέπει να καλύπτουν τις συντάξεις όλο και περισσότερων συνταξιούχων). Ωστόσο, αναλυτικές μελέτες διεθνών οργανισμών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, μετά τις μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας, το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα εμφανίζει σημαντικά καλύτερες προοπτικές βιωσιμότητας από ό,τι στο παρελθόν. Η διατήρηση αυτής της προοπτικής προϋποθέτει, βεβαίως, την απαρέγκλιτη εφαρμογή των ήδη νομοθετημένων διατάξεων».
























