Σε ανακοίνωση της Προοδευτικής Ενότητας Καθηγητών αναφέρονται τα εξής:
“Λίγες μόλις εβδομάδες πριν την ολοκλήρωση του διδακτικού έτους, η πραγματικότητα στα δημόσια σχολεία της χώρας διαψεύδει με εκκωφαντικό τρόπο τις πανηγυρικές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης περί «κανονικότητας», «έγκαιρης κάλυψης των κενών» και «αναβαθμισμένου δημόσιου σχολείου».
Για ακόμη μία χρονιά, χιλιάδες εκπαιδευτικά κενά παραμένουν ακάλυπτα μέχρι και το τέλος της σχολικής περιόδου.
Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί δεν μπορεί πλέον να παρουσιαστεί ως μια «παροδική δυσλειτουργία». Πρόκειται για εικόνα συνολικής διοικητικής αποτυχίας και πλήρους αδυναμίας στοιχειώδους σχεδιασμού του εκπαιδευτικού συστήματος.
Το Υπουργείο Παιδείας, αντί να προχωρήσει σε έγκαιρη και ουσιαστική στελέχωση των σχολείων, επέλεξε και φέτος να διαχειριστεί το πρόβλημα με λογικές έκτακτης ανάγκης:
· με υποχρεωτικές υπερωρίες,
· με συνεχείς μετακινήσεις εκπαιδευτικών από σχολείο σε σχολείο,
· με πολλαπλές αναθέσεις μαθημάτων,
· με διοικητικές «λύσεις» που εξαντλούν τους εκπαιδευτικούς και υποβαθμίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία.
Σε πολλές περιπτώσεις, εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να καλύψουν κενά ειδικοτήτων εκτός του βασικού τους αντικειμένου, ενώ σχολεία ολόκληρων περιοχών λειτούργησαν επί μήνες χωρίς σταθερό προσωπικό σε βασικά μαθήματα. Η εικόνα αυτή υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στις νησιωτικές, απομακρυσμένες και περιφερειακές περιοχές, όπου το δικαίωμα των μαθητών στην ισότιμη πρόσβαση στη γνώση μετατράπηκε ουσιαστικά σε ζήτημα γεωγραφικής τύχης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μαθητές οδηγούνται σε εξετάσεις για γνωστικά αντικείμενα που είτε δεν διδάχθηκαν επαρκώς είτε δεν διδάχθηκαν ποτέ κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Σε ορισμένες περιπτώσεις συγκροτούνται επιτροπές εξέτασης με εκπαιδευτικούς άλλων ειδικοτήτων, προκειμένου να «κλείσουν» διοικητικά οι εκκρεμότητες της χρονιάς.
Η εξέλιξη αυτή συνιστά ευθεία προσβολή της παιδαγωγικής διαδικασίας και ακυρώνει τον ίδιο τον μορφωτικό ρόλο του σχολείου.
Μέσα σε συνθήκες δημογραφικής συρρίκνωσης και συνολικής μείωσης του μαθητικού πληθυσμού, η ιδιωτική εκπαίδευση συνεχίζει να αυξάνει τη δυναμική της. Όλο και περισσότερες οικογένειες, βλέποντας ένα δημόσιο σχολείο διαρκώς αποδυναμωμένο και ασταθές, οδηγούνται — πολλές φορές με τεράστιο οικονομικό κόστος — στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.
Αυτή είναι η πραγματική συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής στην εκπαίδευση.
Όταν το δημόσιο σχολείο παρουσιάζεται κάθε χρόνο ως ένας μηχανισμός που λειτουργεί οριακά, όταν η εκπαιδευτική διαδικασία εξαρτάται από πρόχειρα «μπαλώματα», όταν οι μαθητές βιώνουν την έλλειψη εκπαιδευτικών ως μόνιμη συνθήκη, τότε η απαξίωση του δημόσιου σχολείου παύει να είναι ατύχημα. Μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για «ψηφιακά σχολεία», «καινοτομία», «τεχνητή νοημοσύνη» και «εκπαιδευτικό εκσυγχρονισμό». Όμως η πραγματικότητα στα σχολεία της χώρας είναι πολύ διαφορετική:
τάξεις χωρίς εκπαιδευτικούς,
μαθητές χωρίς σταθερή διδασκαλία,
εκπαιδευτικοί σε καθεστώς εξουθένωσης,
σχολεία που λειτουργούν με όρους διαρκούς πρόχειρης διαχείρισης.
Το δημόσιο σχολείο δεν χρειάζεται επικοινωνιακές καμπάνιες.
Χρειάζεται σχέδιο.
Χρειάζεται σταθερό προσωπικό.
Χρειάζεται ουσιαστική στήριξη.
Χρειάζεται πολιτική βούληση για να παραμείνει πραγματικά δημόσιο, ισότιμο και ποιοτικό”.
























