Στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής βρίσκεται πλέον η πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς η χώρα εισέρχεται στην τελική ευθεία για τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές (midterms). Οι αναμετρήσεις αυτές, που διεξάγονται ακριβώς στο μέσο της προεδρικής θητείας, αποτελούν τον απόλυτο ρυθμιστικό παράγοντα για το μέλλον της διακυβέρνησης. Δεν αναδεικνύουν νέο ένοικο για τον Λευκό Οίκο, αλλά στην πράξη καθορίζουν ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο, ανανεώνοντας τις έδρες και τα αξιώματα βάσει των διαφορετικών χρονικών ορίων θητείας που ορίζει το αμερικανικό Σύνταγμα.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, η Βουλή των Αντιπροσώπων ανανεώνεται ριζικά, καθώς και οι 435 έδρες της τίθενται προς εκλογή κάθε δύο χρόνια λόγω της λήξης της θητείας των μελών της.
Την ίδια ώρα, η Γερουσία ανανεώνεται σταδιακά, με το ένα τρίτο των 100 εδρών της —συγκεκριμένα 35 έδρες στην παρούσα φάση— να διεκδικείται εκ νέου. Την ίδια μέρα διεξάγονται και τοπικές εκλογές, όπου 36 πολιτείες ψηφίζουν για να εκλέξουν τον δικό τους Κυβερνήτη, ο οποίος λειτουργεί ως ο επικεφαλής της τοπικής κυβέρνησης της κάθε πολιτείας.
Οι υπόλοιπες έδρες του Κογκρέσου θα ανανεωθούν στις επόμενες προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2028, καθώς και στις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου του 2030.
Εκλογή κυβερνήτη σε 36 πολιτείες
Επίσης κατά τις ενδιάμεσες εκλογές 36 από τις 50 πολιτείες εκλέγουν Κυβερνήτη κάτι που δεν είναι τυχαίο. Βάσει του αμερικανικού ομοσπονδιακού συστήματος, κάθε πολιτεία έχει το δικό της Σύνταγμα και ορίζει αυτόνομα το εκλογικό της πρόγραμμα. Η πλειοψηφία των πολιτειών επέλεξε σκόπιμα να μεταφέρει τις εκλογές της στα ενδιάμεσα έτη για έναν βασικό πολιτικό λόγο: για να απομονώσει την ανάδειξη της τοπικής ηγεσίας από την τεράστια εθνική πόλωση των προεδρικών εκλογών.
Μικρότερη η προσέλευση στις κάλπες
Παρά τη θεσμική τους βαρύτητα, οι ενδιάμεσες εκλογές υποφέρουν παραδοσιακά από ένα έντονο φαινόμενο πολιτικής απάθειας. Όπως προκύπτει από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του οργανισμού FairVote, η προσέλευση των πολιτών στις κάλπες σημειώνει κατακόρυφη πτώση σε σχέση με τις προεδρικές αναμετρήσεις. Ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη Προέδρου η συμμετοχή αγγίζει κατά μέσο όρο το 60% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, το ποσοστό αυτό κατρακυλά στο 40% κατά τη διάρκεια των ενδιάμεσων ετών.
Σχετική έρευνα του Pew Research Center επισημαίνει ότι οι πολίτες που προσέρχονται στις κάλπες τείνουν να είναι μεγαλύτερης ηλικίας, με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και μεγαλύτερα εισοδήματα, τη στιγμή που οι νεότεροι ψηφοφόροι και οι φυλετικές μειονότητες καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά αποχής.
Παραδοσιακά τιμωρείται το κόμμα που κυβερνά – Πόσες έδρες χάνει συνήθως
Η αποχή αυτή, σε συνδυασμό με τη συσπειρωμένη οργή της αντιπολίτευσης, γεννά ένα σχεδόν νομοτελειακό πολιτικό φαινόμενο. Σε αναλύσεις του BBC News υπογραμμίζεται η ιστορική τάση που θέλει τους ψηφοφόρους να «τιμωρούν» το κόμμα του Λευκού Οίκου. Όπως σημειώνουν οι πολιτικοί συντάκτες του βρετανικού δικτύου, αυτή η συμπεριφορά συνδέεται άμεσα με τα ποσοστά δημοτικότητας του Προέδρου. Όταν η δημοτικότητα του Προέδρου υποχωρεί κατά τα δύο πρώτα έτη της διακυβέρνησής του, οι αναποφάσιστοι και οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι χρησιμοποιούν την ενδιάμεση κάλπη ως ένα αυστηρό εργαλείο αποδοκιμασίας.
Ιστορικά, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, ο εκάστοτε Πρόεδρος χάνει κατά μέσο όρο 26 έδρες στη Βουλή και 4 έδρες στη Γερουσία κατά την πρώτη του ενδιάμεση αναμέτρηση.
Τι σηματοδοτούν για τον Αμερικανό πρόεδρο
Χάνοντας την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, ο Πρόεδρος έρχεται αντιμέτωπος με ένα εχθρικό νομοθετικό σώμα. Όπως χαρακτηριστικά εξηγεί ο ανταποκριτής του BBC News στην Ουάσιγκτον, Anthony Zurcher, ο έλεγχος των σωμάτων από την αντιπολίτευση δεν μπλοκάρει απλώς τους προϋπολογισμούς ή τα νομοσχέδια. Δίνει πλέον τη δυνατότητα στο αντίπαλο κόμμα να ξεκινήσει επίσημες, εξονυχιστικές κοινοβουλευτικές έρευνες για τη δραστηριότητα της κυβέρνησης, ή ακόμη και να εκκινήσει τη διαδικασία καθαίρεσης (impeachment) του ίδιου του Προέδρου.
Έτσι, οι ενδιάμεσες εκλογές, αν και στερούνται της λάμψης μιας προεδρικής εκλογικής βραδιάς, παραμένουν ο απόλυτος και πιο αμείλικτος ρυθμιστής της δύναμης στην Ουάσιγκτον.
Τι διακυβεύεται αυτήν την στιγμή
Το Κογκρέσο είναι ένας από τους τρεις κλάδους της κυβέρνησης, μαζί με την προεδρία και τη δικαστική εξουσία. Ο έλεγχός του έχει καθοριστική σημασία για τη διαμόρφωση και την ψήφιση της νομοθεσίας.
Τόσο η Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και η Γερουσία τελούν υπό τον έλεγχο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ωστόσο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει είναι εξαιρετικά οριακή. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Ρεπουμπλικάνοι κατέχουν 218 έδρες —τον ελάχιστο δηλαδή αριθμό που απαιτείται για την εξασφάλιση του ελέγχου του σώματος— συνεπικουρούμενοι από έναν ανεξάρτητο βουλευτή που ευθυγραμμίζεται με την ψήφο τους.
Αντίστοιχα στη Γερουσία, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα διατηρεί τον έλεγχο με 53 έδρες.
Προκειμένου η άνω βουλή να αλλάξει χέρια και να περάσει στον έλεγχο των Δημοκρατικών, η αντιπολίτευση χρειάζεται να κερδίσει τουλάχιστον 51 έδρες. Μια τέτοια πλειοψηφία κρίνεται απαραίτητη ώστε να υπερισχύει ακόμη και σε περίπτωση ισοψηφίας (50-50), καθώς ο εκάστοτε εν ενεργεία Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ —ο οποίος εκ του ρόλου του έχει την καθοριστική ψήφο σε ισοβαθμίες— θα έκλινε την πλάστιγγα υπέρ της δικής του πλευράς.
Τι σημαίνει για τον Τραμπ
Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν είτε τη Βουλή των Αντιπροσώπων είτε τη Γερουσία, τότε ο Ντόναλντ Τραμπ θα δυσκολευτεί σημαντικά να περάσει οποιονδήποτε νόμο από το Κογκρέσο. Με αυτόν τον τρόπο, τα εσωτερικά του σχέδια θα μπορούσαν να ματαιωθούν, αν και ο ίδιος έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι βρίσκει εναλλακτικούς τρόπους να ασκεί την εξουσία (όπως μέσω προεδρικών διαταγμάτων), χωρίς να εξαρτάται απόλυτα από το ευρύτερο κόμμα του.
Παράλληλα, ο έλεγχος έστω και ενός νομοθετικού σώματος από τους Δημοκρατικούς θα σήμαινε ότι η αντιπολίτευση θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις κοινοβουλευτικές επιτροπές για να διερευνήσει σκοτεινές πτυχές της προεδρίας του. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ισχυρισμοί για διαφθορά, οι αμφιλεγόμενες δαπάνες (όπως η νέα αίθουσα χορού του Λευκού Οίκου), καθώς και οι σκληρές τακτικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) θα μπορούσαν να τεθούν υπό εξονυχιστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Την ίδια στιγμή, αναμένεται να αναζωπυρωθεί η εσωτερική συζήτηση στο Δημοκρατικό Κόμμα σχετικά με το εάν θα πρέπει να παραπεμφθεί ο Τραμπ σε δίκη. Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε την απαγγελία επίσημων κατηγοριών στο Κογκρέσο, οι οποίες θα αποτελούσαν τη βάση για μια καθαρά πολιτική —και όχι ποινική— δίκη με φόντο την καθαίρεσή του.
Στον αντίποδα, εάν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα καταφέρει να διατηρήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου, ο Ντόναλντ Τραμπ θα έχει «λυμένα τα χέρια» του, όντας σε θέση να συνεχίσει απρόσκοπτα την υλοποίηση των σχεδίων και της ατζέντας του για το υπόλοιπο της θητείας του.
























