Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο «κατάφωρη παραβίαση» του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, τονίζοντας ότι είναι «παράνομο, αυθαίρετο και αντιβαίνει στη γεωγραφία την ίδια», κατά την ανοιχτή συζήτηση της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια.
Οπως επισήμανε, η Ελλάδα και η Λιβύη είναι φυσικοί γείτονες, με αντικείμενες ακτές, και έχουν το δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους μέσω συμφωνίας.
«Αντιθέτως, η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν, επαναλαμβάνω, δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές. Κι όμως, επιχείρησαν να δημιουργήσουν μεταξύ τους ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο. Αυτό είναι παράλογο. Δεν υπάρχει προηγούμενο, επιτρέψτε μου να το επαναλάβω, δεν υπάρχει προηγούμενο για μια τέτοια διαγώνια οριοθέτηση» υπογράμμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι δύο χώρες επιχείρησαν να χαράξουν θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους, σαν να μην υπήρχαν τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στις ακτές τους. «Δεν πρόκειται για ακατοίκητους βράχους στη μέση της θάλασσας. Πρόκειται για ακμάζουσες κοινότητες, με ιστορία αιώνων, δυναμικές οικονομίες, όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι», είπε.
«Η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι «η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, με 172 συμβαλλόμενα μέρη και θεμελιώδεις διατάξεις που αντανακλούν κανόνες του εθιμικού Διεθνούς Δικαίου που δεσμεύουν όλα τα κράτη, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της πολυμέρειας».
«Παρέχει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που διέπει τις δραστηριότητες στη θάλασσα, διασφαλίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, προστατεύει τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών και επιτρέπει την ανάπτυξη του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου», πρόσθεσε.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε, ωστόσο, ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά και πως οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσες δεν μπορούν να τροποποιούνται προκειμένου να εξυπηρετούν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών.
Οπως επισήμανε, αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία η θαλάσσια ασφάλεια απειλείται όχι μόνο από μη κρατικούς δρώντες αλλά και από κράτη που περιφρονούν ανοιχτά το Διεθνές Δίκαιο.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε επίσης στη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου το 2020, χαρακτηρίζοντάς την «υπόδειγμα του τρόπου με τον οποίο γειτονικά κράτη μπορούν να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτές λύσεις, σε πλήρη συμφωνία με το Διεθνές Δίκαιο».
«Η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν αντικείμενες ακτές», επισήμανε, προειδοποιώντας ότι «χωρίς σεβασμό στους κοινούς κανόνες, η Μεσόγειός μας κινδυνεύει να μετατραπεί σε ζούγκλα ανταγωνιστικών διεκδικήσεων και συμφωνιών που εξυπηρετούν ιδιοτελή συμφέροντα».
«Φανταστείτε η Ελλάδα και η Τυνησία να αποφάσιζαν να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους σαν να μην υπήρχαν η Σικελία και η Μάλτα. Θα θεωρούσε κανείς σοβαρά μια τέτοια συμφωνία νόμιμη;», διερωτήθηκε.
Στη συνέχεια, υπογράμμισε ότι «το Διεθνές Δίκαιο είναι απολύτως σαφές: τα νησιά δικαιούνται θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης», επικαλούμενος τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, της οποίας οι σχετικές διατάξεις αντανακλούν κανόνες του εθιμικού Διεθνούς Δικαίου που δεσμεύουν όλα τα κράτη.
«Καμία συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να στερήσει από ένα τρίτο κράτος τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Και καμία διμερής συμφωνία δεν μπορεί να υπερισχύσει του Διεθνούς Δικαίου», τόνισε.
«Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, δυστυχώς, παραβιάζει αυτές τις θεμελιώδεις αρχές. Δεν παράγει έννομα αποτελέσματα σε σχέση με τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Και η πρόσφατη επικύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν μπορεί να μετατρέψει ένα παράνομο μνημόνιο σε νόμιμη συμφωνία», ξεκαθάρισε.
Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι «ο παράνομος χαρακτήρας αυτού του μνημονίου έχει αναγνωριστεί σαφώς από τη διεθνή κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων και των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ορισμένα από τα οποία εκπροσωπούνται γύρω από αυτό το τραπέζι».
«Επιτακτική μία παγκόσμια θαλάσσια εκεχειρία»
Συνδέοντας το ζήτημα με τη θαλάσσια ασφάλεια και την περιφερειακή ανάπτυξη, τόνισε ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων ή την παρεμπόδιση στρατηγικών έργων διασυνδεσιμότητας. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οι αυθαίρετες θαλάσσιες διεκδικήσεις να μετατραπούν σε εργαλεία παρεμπόδισης της οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας μιας ολόκληρης περιοχής», ανέφερε.
Παράλληλα, καταδίκασε την επίθεση και τη βύθιση εμπορικού φορτηγού πλοίου ιδιοκτησίας ελληνικής εταιρείας στη Μαύρη Θάλασσα, δηλώνοντας ότι «η στοχοποίηση της εμπορικής ναυτιλίας είναι απολύτως απαράδεκτη». Επανέλαβε την ανάγκη για «μια παγκόσμια θαλάσσια εκεχειρία», επισημαίνοντας ότι η ανασφάλεια στη θάλασσα διαταράσσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, αυξάνει το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης και επιβαρύνει τις τιμές ενέργειας και βασικών αγαθών.
Για τον ρόλο της Ευρώπης, υπογράμμισε ότι «δεν μπορεί να φιλοδοξεί να αποτελεί παγκόσμια οικονομική δύναμη παραμένοντας ταυτόχρονα θεατής, όταν διακυβεύεται η ασφάλεια των εμπορικών της οδών». Αναφέρθηκε στην επιχείρηση «Ασπίδες» και ζήτησε ισχυρότερη ευρωπαϊκή παρουσία στην ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής. Στάθηκε επίσης στις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, των δορυφόρων και των προηγμένων αισθητήρων, επισημαίνοντας ότι «η τεχνολογία από μόνη της δεν αποτελεί στρατηγική» και ότι απαιτούνται διεθνής συνεργασία, ανταλλαγή πληροφοριών και επενδύσεις.
Κλείνοντας, επαναβεβαίωσε ότι «η Ελλάδα θα παραμείνει σταθερός υπερασπιστής του Διεθνούς Δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», τονίζοντας συγκεκριμένα ότι «η ελευθερία της ναυσιπλοΐας εξαρτάται από τη θαλάσσια ασφάλεια και η θαλάσσια ασφάλεια εξαρτάται από τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο».
























