Τη διαβίβαση των προειδοποιητικών επιστολών και άλλων νομικών εγγράφων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από το 2016 έως και το 2026, σχετικά με τη συμμόρφωση ή μη της Ελλάδας στις υποχρεώσεις της για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων διέταξε το δικαστήριο στη σημερινή συνεδρίαση της δίκης των Τεμπών. Η εντολή απευθύνεται στα υπουργεία Εξωτερικών και Υποδομών και Μεταφορών, κατόπιν αιτήματος του Λουκά Αποστολίδη, συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας.
Είχε προηγηθεί η πρόταση της εισαγγελέως να γίνει δεκτό το αίτημα και να διαβιβαστούν τα σχετικά έγγραφα στο δικαστήριο εντός 30 ημερών.
Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε ωστόσο για το δεύτερο εκκρεμές αίτημα του ίδιου συνηγόρου, για την κλήση ως μαρτύρων των γενικών γραμματέων του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών της περιόδου 2016–2023. .Η εισαγγελέας είχε χαρακτηρίσει το αίτημα πρόωρο, καθώς εκκρεμεί η κρίση του δικαστικού συμβουλίου, και είχε επιφυλαχθεί να τοποθετηθεί επί της ουσίας.
Νωρίτερα στη σημερινή συνεδρίαση ακούστηκαν και άλλες μαρτυρίες συγγενών και επιζώντων.
Έριχναν βαλίτσες για να πηδήξουν από το βαγόνι
Τις βαλίτσες τους έριξαν στο έδαφος επιβάτες του δεύτερου βαγονιού της αμαξοστοιχίας Intercity 62, προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα σημείο πάνω στο οποίο θα μπορούσαν να πηδήξουν για να σωθούν. Τη διαφυγή από το παραμορφωμένο βαγόνι, ενώ ο καπνός δυσκόλευε την αναπνοή και η φωτιά πλησίαζε, περιέγραψαν στη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα και η Ανθή Βάσσου, οι οποίες ταξίδευαν μαζί στο κουπέ 6.
Η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα ανέφερε ότι κατά τη σύγκρουση έσπασε την κλείδα της και τραυματίστηκε στο αυτί από τα σπασμένα τζάμια. Όταν κοίταξε από το παράθυρο, φοβήθηκε το ύψος. «Είπα ότι άμα πέσουμε από εκεί, θα μείνουμε παράλυτοι», κατέθεσε. Προσπαθώντας να βρει άλλη διέξοδο, αντίκρισε τη φωτιά. Λίγα λεπτά αργότερα, ο καπνός δεν της επέτρεπε πλέον να κινηθεί προς εκείνη την κατεύθυνση.
Με τη βοήθεια φωτογραφιών, η πρόεδρος ζήτησε από τη μάρτυρα να ανασυνθέσει τη διαδρομή της μέσα και έξω από το βαγόνι. Η ίδια περιέγραψε πώς επιβάτες άπλωναν τα χέρια από το ένα παράθυρο προς το διπλανό, βοηθώντας μια κοπέλα να βγει και να πέσει πάνω στις βαλίτσες. Με τον ίδιο τρόπο βγήκαν στη συνέχεια και εκείνες.
Η μάρτυρας τοποθέτησε τη στιγμή που πάτησε στο έδαφος περίπου στις 23.45. Ανέφερε ότι τράβηξε βίντεο με το κινητό της για να το στείλει ζητώντας βοήθεια. Περιέγραψε μεγάλη φωτιά και φωνές ανθρώπων που βρίσκονταν έξω από το τρένο, ενώ είπε ότι πυροσβέστες εμφανίστηκαν περίπου ένα τέταρτο αργότερα και δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν για να βοηθήσουν όσους είχαν μείνει πίσω.
Η Ανθή Βάσσου περιέγραψε το εσωτερικό του βαγονιού μετά τη σύγκρουση: «Οι θέσεις είχαν αποκολληθεί, ένα μεγάλο καλώδιο κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια μας και τα κουπέ και ο διάδρομος είχαν παραμορφωθεί.»
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, αρχικά έβλεπαν από το παράθυρό τους το φως της φωτιάς χαμηλότερα, χωρίς οι φλόγες να έχουν φτάσει ακόμη στο σημείο όπου βρίσκονταν.
Κατά τη διαφυγή τους, όπως ανέφερε, προσπάθησαν να βοηθήσουν τραυματισμένους ανθρώπους και σκέπασαν κάποιους με μπουφάν. Άκουγαν φωνές πόνου, χωρίς η ίδια να μπορεί πάντοτε να προσδιορίσει από πού προέρχονταν. Περιέγραψε, επίσης, τραύματα στο κεφάλι, στο χέρι και στα πλευρά και δυσκολία στο περπάτημα για μεγάλο διάστημα. «Έχω ακόμα γυαλιά στο χέρι», είπε.
Νωρίτερα κατέθεσαν η Μαρίνα Ντος Σάντος, κόρη της Ευαγγελίας Κουκαριώτη Ντος Σάντος και ανιψιά της Χρυσής Κουκαριώτη, και ο Στυλιανός Κουκαριώτης, αδελφός των δύο θυμάτων.
Η Μαρίνα Ντος Σάντος ανέφερε ότι βρισκόταν στη Γερμανία όταν ενημερώθηκε και μετέβη στη Λάρισα. Στάθηκε στη δυσκολία να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη στους δικούς τους ανθρώπους και τι εντοπίστηκε μετά τη σύγκρουση. Ο Στυλιανός Κουκαριώτης είπε ότι δεν διακατέχεται από εκδικητικά αισθήματα, αλλά ζητεί η απώλεια τόσων ανθρώπων να μην αποδειχθεί μάταιη και όλοι οι αρμόδιοι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους.
























