Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
«Γιατί νιώθουμε όλοι εξαντλημένοι;»
Το ερώτημα αυτό θέτει η Anna Katharina Schaffer, ως βασικό άξονα που διαπερνά το βιβλίο της Εξάντληση, Ένα αντίδοτο στο Burnout (Μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, Εκδ. Gutenberg) και δεν το κρύβω πως ξεκίνησα να το διαβάζω, όχι μόνο γιατί άκουγα όλο και περισσότερους να μου μιλάνε για την «εξάντλησή τους», αλλά επειδή υπάρχουν διαστήματα που το αισθάνομαι σε μένα τον ίδιο.
Μιλώντας για «εξάντληση» δεν αναφέρομαι, ούτε εγώ αλλά ούτε και η συγγραφέας, στην σωματική κούραση. Οι παλιοί –και συχνά αμόρφωτοι- γέροντες συνήθιζαν να λένε πως η κούραση δεν μπορεί ποτέ να είναι ανησυχητικό σημάδι. Αντιθέτως είναι σημάδι υγείας. Κι αυτό γιατί πολύ απλά «παιδάκι μου όσο κουρασμένος κι αν είσαι, με έναν καλό ύπνο θα ξεκουραστείς».
Δεν μιλάμε λοιπόν για την σωματική κούραση. Μιλάμε για την στρεσογόνο εκείνη κατάσταση που σε εγκλωβίζει -συνήθως μέσα στη δουλειά- και λειτουργεί ως παράγοντας αφαίμαξης της ζωτικότητας αλλά και της αισιοδοξίας. Πόσοι λοιπόν από σας το έχετε αισθανθεί και πόσοι άνθρωποι του στενού ή του ευρύτερου περιβάλλοντός, σας έχουν μιλήσει για κάτι παρόμοιο;
Στους σύγχρονους ρυθμούς «μπαίνουμε σε λειτουργία επιβίωσης», υποστηρίζει η συγγραφέας, η οποία στο βιβλίο της χρησιμοποιεί παραδείγματα από την λογοτεχνία, την επιστήμη και τη φιλοσοφία για να φωτίσει μια κατάσταση που άνετα χαρακτηρίζεται ως νόσος της εποχής μας.
Μια νόσος που σχετίζεται άμεσα με την μορφή και τον ρόλο που παίζει η εργασία στη ζωή μας. «Έχουν καταρρεύσει όλα τα αφηγήματα με τα οποία ανατραφήκαμε», γράφει η Schaffer υπογραμμίζοντας πως «οι millennials αποτελούν την πρώτη γενιά ανθρώπων της σύγχρονης εποχής που βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από τους γονείς τους». Ακριβώς αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη αιτία κοινωνικής αναταραχής στην Ελλάδα. Το βιώσαμε την περίοδο της χρεοκοπίας και αποτελεί και σήμερα μια υπόκωφη αιτία συγκέντρωσης κοινωνικού θυμού. Το κοινωνικό συμβόλαιο με το ποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές έχει διαρραγεί. Πλέον η επόμενη γενιά δεν θα ζει καλύτερα από την προηγούμενη αλλά το αντίθετο.
«Επειδή είμαστε μονίμως συνδεδεμένοι και προσβάσιμοι, τα όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου έχουν γίνει πιο πορώδη από ποτέ, με την εργασία να εισχωρεί συνεχώς στον νοητικό, ψηφιακό και φυσικό χώρο», σημειώνει η ίδια, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον ψηφιακό μας εθισμό και την έκθεσή μας σε ανησυχητικές ειδήσεις.
Μια από τις πλέον αξιοσημείωτες παρατηρήσεις που κάνει η Schaffer στο βιβλίο της και λειτουργεί ως διακόπτης που ανάβει το φως είναι η διαπίστωση πως ίσως το πρώτο πράγμα που ρωτάμε όταν συναντάμε κάποιον άγνωστο για πρώτη φορά είναι τι δουλειά κάνει. Όντως! Γιατί; Η ίδια δίνει την απάντηση: η εργασία είναι πλέον συνυφασμένη με την ταυτότητά μας, αποτελεί υπαρξιακό ζήτημα. Στο σημείο αυτό ίσως χρειάζεται μια μικρή παύση, απλά και μόνο για σκέψη.
Μια, δεύτερη, αξιοσημείωτη παρατήρηση που κάνει η Schafferείναι πως τα χόμπι μας, αποτελούν «ριζοσπαστική πράξη». Απολαύστε τον συλλογισμό: κάνοντας το χόμπι μας, η ενέργεια αυτή δεν παράγει καμία απολύτως αξία, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα βασικά πολιτιστικά πρότυπα. Δεύτερη παύση για σκέψη.

Σήμερα τα πάντα είναι δουλειά, υπογραμμίζει η συγγραφέας. Πρέπει να «δουλέψουμε» για τις σχέσεις μας, για να βελτιώσουμε την υγεία μας, την φυσική μας κατάσταση. Να «δουλέψουμε» με τον εαυτό μας. Πάντα και παντού να «δουλεύουμε». Τρίτη παύση για σκέψη.
Το βιβλίο δεν περιέχει μόνο διαπιστώσεις. Προσφέρει και αντίδοτα. Χρησιμοποιώντας ιστορίες από το πολύ μακρινό παρελθόν, από λογοτεχνικά έργα και επιστημονικές ανακαλύψεις, η συγγραφέας τραβάει λίγο την κουρτίνα του σκότους, το οποίο τείνει να επικαλύψει τον εσωτερικό μας κόσμο, έστω σε κάποιες χρονικές περιόδους. Αναδεικνύει την φύση του ανθρώπου, τον ρόλο που παίζουν στη ζωή μας οι άνθρωποι με τους οποίους επιλέγουμε να συναναστρεφόμαστε, τον χρόνο.
Η Εξάντληση είναι ένα βιβλίο που λειτουργεί όχι ως φάρμακο, αλλά ως σπινθήρας θεραπείας. Σε κάνει να νιώθεις καλύτερα γιατί συνειδητοποιείς πως τα απλά που συμβαίνουν γύρω και μέσα μας, παίζουν τεράστιο ρόλο στο πώς αισθανόμαστε και συμπεριφερόμαστε.
Λόγω επαγγέλματος –και όχι μόνο- κλείνω το σημείωμα αυτό παραθέτοντας ένα από τα πολλά υπογραμμισμένα αποσπάσματα του δικού μου βιβλίου:
«Πολλές μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση ειδήσεων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ευεξία μας, ιδίως αν ρέπουμε στο ψυχαναγκαστικό τσεκάρισμα των τίτλων και στο λεγόμενο doom–scrolling την ατελείωτη ηλεκτρονική περιπλάνηση σε φρικαλέο περιεχόμενο, με αποτέλεσμα την υπερέκθεσή μας στον ζόφο και στην κινδυνολογία του διαδικτύου. “Οι ειδήσεις είναι για το μυαλό ότι η ζάχαρη για το σώμα”, εξηγεί ο Ελβετός συγγραφέας Rolf Dobelli».
Σας θυμίζει κάτι;























