Του Χρήστου Τσαμαδιά
Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει και μαζί της επιστρέφει η αγωνία για το κόστος θέρμανσης. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μείωση στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, σε συνδυασμό με έκπτωση των διυλιστηρίων, καθώς και αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης. Όμως, για τους χιλιάδες καταναλωτές που θερμαίνονται με φυσικό αέριο στη Λάρισα, το ερώτημα παραμένει: τι θα συμβεί εάν οι διεθνείς τιμές συνεχίσουν να ανεβαίνουν και πόσο θα κοστίσει τελικά ο φετινός χειμώνας;
Η άμεση μείωση στην τιμή του πετρελαίου δεν εφαρμόζεται στην τιμή του φυσικού αερίου. Οι καταναλωτές αερίου μπορούν να επωφεληθούν από το επίδομα θέρμανσης, εφόσον πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια, αλλά δεν έχουν αντίστοιχη μείωση στην τιμή προμήθειας του καυσίμου τους.
Το αέριο επιστρέφει σε επικίνδυνα επίπεδα
Το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς φυσικού αερίου TTF έφτασε, σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, στα 87,31 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σε υψηλό σχεδόν τετραετίας. Οι διαταραχές στις διεθνείς προμήθειες LNG και οι ανησυχίες για τα ευρωπαϊκά αποθέματα εντείνουν την αβεβαιότητα ενόψει του χειμώνα.
Μέση τιμή ΦΑ στην Ελλάδα

(Mr Energy,2026)
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή μπορεί να επηρεάσει και την αγορά ηλεκτρισμού, καθώς οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να έχουν σημαντικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή. Εάν το κόστος του αερίου παραμείνει υψηλό, οι πιέσεις μπορεί να περάσουν σταδιακά τόσο στους λογαριασμούς ρεύματος όσο και στα τιμολόγια φυσικού αερίου.

Το επίδομα αυξάνεται κατά 30% – Αρκεί;
Η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης είναι μια υπαρκτή ενίσχυση. Ας δούμε, όμως, τι σημαίνει στην πράξη: εάν ένας δικαιούχος λάμβανε 300 ευρώ, μια αύξηση 30% θα αντιστοιχούσε σε 90 ευρώ επιπλέον, δηλαδή σε συνολικό ποσό 390 ευρώ, εφόσον εφαρμόζεται η ίδια βάση υπολογισμού.
Το ερώτημα είναι εάν αυτά τα επιπλέον 90 ευρώ θα επαρκέσουν για να καλύψουν την αύξηση του κόστους θέρμανσης. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από τις τιμές, την κατανάλωση και το ποσό που τελικά δικαιούται κάθε νοικοκυριό. Η επιδότηση όμως δείχνει πολύ μικρή αυτή την στιγμή.
Η κυβέρνηση οφείλει να παρακολουθεί την πραγματική επιβάρυνση των καταναλωτών και να εξετάσει πρόσθετες παρεμβάσεις εάν τα σημερινά μέτρα αποδειχθούν ανεπαρκή. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην ανακοίνωση επιδοτήσεων, χωρίς να αξιολογείται το πραγματικό αποτέλεσμα στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Παράλληλα, αναμένουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε πρόσθετα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, όπως ζητά και η Ελλάδα, ώστε το βάρος των αυξήσεων να μην μετακυλιστεί για ακόμη μία φορά δυσανάλογα στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.
Και τα πάγια των τιμολογίων;
Ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει να εξεταστεί είναι το πάγιο των προγραμμάτων φυσικού αερίου. Σε ορισμένα σταθερά προγράμματα της αγοράς, τα μηνιαία πάγια πλησιάζουν ή ξεπερνούν τα 15 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής επιβαρύνεται με ένα σταθερό κόστος ακόμη και πριν υπολογιστεί η κατανάλωση.
Για μια οικογένεια που προσπαθεί να περιορίσει τις δαπάνες της, το πάγιο δεν είναι αμελητέα λεπτομέρεια. Χρειάζεται, επομένως, να συγκρίνεται όχι μόνο η τιμή της κιλοβατώρας, αλλά και το συνολικό κόστος του συμβολαίου, μαζί με τις πάγιες χρεώσεις και τους υπόλοιπους όρους.
Τι περιμένουμε από εδώ και πέρα;
Για τη Λάρισα, όπου το φυσικό αέριο αποτελεί βασική επιλογή θέρμανσης για πολλά νοικοκυριά, το ζήτημα είναι συγκεκριμένο: πόσο θα κοστίσει η θέρμανση τους επόμενους μήνες και ποια προστασία θα έχουν οι καταναλωτές εάν η διεθνής κρίση επιδεινωθεί;
Χρειάζεται έγκαιρη ενημέρωση, διαφάνεια στις χρεώσεις και σαφής σχεδιασμός για το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων. Δεν χρειάζεται πανικός, αλλά ούτε και εφησυχασμός.
Γιατί η ενεργειακή πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τα ποσοστά των επιδοτήσεων. Κρίνεται από το αν ο πολίτης μπορεί να πληρώσει το ρεύμα και να ζεστάνει το σπίτι του χωρίς να στερηθεί άλλες βασικές ανάγκες.
*Ο Χ. Τσαμαδιάς είναι επιχειρηματίας και ενεργειακός αναλυτής
























