Η ιστορική διαδρομή του τόπου χάνεται στα βάθη των αιώνων, καθώς στην ευρύτερη περιοχή των Λεχωνίων τοποθετείται η αρχαία Μεθώνη.
Η πρώτη επίσημη γραπτή ιστορική μαρτυρία για τον οικισμό εμφανίζεται στις αρχές του 13ου αιώνα, όταν ο Βυζαντινός ηγεμόνας Μιχαήλ Β΄ Παλαιολόγος έδωσε την περιοχή ως προίκα στην κόρη του Άννα για τον γάμο της με τον Φράγκο ηγεμόνα της Αχαΐας, Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο.
Στη συνέχεια, ο τόπος πέρασε στον έλεγχο της σπουδαίας αρχοντικής οικογένειας των Μελισσηνών και αργότερα των Καταλανών.
Ενώ το ευρύ κοινό συνδέει το Πήλιο κυρίως με την ορεινή, πέτρινη αρχιτεκτονική της Μακρινίτσας, των Μηλεών ή της Τσαγκαράδας, τα Κάτω Λεχώνια φέρουν μια εντελώς διαφορετική, εξαιρετικά αξιόλογη ταυτότητα, καθώς πρόκειται για έναν τόπο όπου η πηλιορείτικη παράδοση συναντά τον αστικό εκλεκτισμό, τον νεοκλασικισμό και τη βιομηχανική ανάπτυξη των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Λόγω της πλούσιας γεωργικής παραγωγής και της στρατηγικής τους θέσης δίπλα στον Βόλο, αναπτύχθηκαν ως ένας εύπορος ημιαστικός οικισμός, όπου η έλευση του θρυλικού «Μουτζούρη» σε σχεδιασμό του Εβαρίστο ντε Κίρικο έφερε στην περιοχή μια κοσμοπολίτικη αύρα.
Αυτή η μοναδική πολιτιστική κληρονομιά βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια διπλή απειλή όπως καταρρεύσεις λόγω εγκατάλειψης αλλά και από την άλλη την αλλοίωση μέσω κακόγουστων ανακαινίσεων.
Η φράση «χάνονται καθημερινά» αποτυπώνει την ωμή πραγματικότητα, καθώς πολλά από αυτά τα αξιόλογα κτίρια, εγκλωβισμένα σε καθεστώς πολυιδιοκτησίας, κληρονομικών ερίδων ή οικονομικής αδυναμίας των ιδιοκτητών τους, αφήνονται στο έλεος του χρόνου, επιταχύνοντας δραματικά τις καταρρεύσεις στεγών και τη διάβρωση των λιθοδομών.
Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει οικονομικό ενδιαφέρον για τη διάσωση ενός κτιρίου, το αποτέλεσμα είναι συχνά αποκαρδιωτικό, καθώς παρατηρείται μια σειρά ανακαινίσεων που, αντί να αναδείξουν, ακρωτηριάζουν την αυθεντικότητα των παραδοσιακών κτισμάτων μέσω της χρήσης ασύμβατων υλικών, όπως η αντικατάσταση των ξύλινων κουφωμάτων με φθηνά, χονδροειδή αλουμίνια και η χρήση τσιμεντοκονιαμάτων που «πνίγουν» την παλιά πέτρα.
Παράλληλα, αλλοιώνεται η μορφολογία τους με την καθαίρεση παραδοσιακών στοιχείων όπως τα σαχνισιά, οι ξύλινοι εξώστες ή τα παλιά κεραμίδια βυζαντινού η γαλλικού τύπου, ενώ κυριαρχεί η λανθασμένη τάση του «ψευδο-παραδοσιακού», δηλαδή η κάλυψη των πάντων με εμφανή πέτρα, ακόμα και σε κτίρια που ιστορικά ήταν σοβατισμένα, δημιουργώντας μια ψεύτικη, «γραφική» εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη αισθητικής, αλλά ένα βαθύτερο συστημικό και θεσμικό έλλειμμα, στο οποίο πρωτοστατεί το Προεδρικό Διάταγμα του 1980 για τους όρους δόμησης του Πηλίου, το οποίο εφαρμόζεται οριζόντια χωρίς τοπική εξειδίκευση.
Αντιμετωπίζει δηλαδή με τους ίδιους σχεδόν όρους έναν ορεινό, αμιγώς πέτρινο οικισμό και έναν πεδινό ή παραλιακό οικισμό με έντονα νεοκλασικά και ημιαστικά στοιχεία όπως τα Κάτω Λεχώνια, αναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες είτε να «φορέσουν» στο νεοκλασικό τους στοιχεία ορεινής αρχιτεκτονικής, είτε να καταφύγουν σε υβριδικές, κακόγουστες λύσεις για να πάρουν έγκριση από την πολεοδομία.
Η κατάσταση περιπλέχθηκε ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακύρωσαν τα όρια πολλών οικισμών του Πηλίου λόγω έλλειψης σωστής οριοθέτησης, βάζοντας την περιοχή σε μια πολεοδομική «καραντίνα» που πάγωσε τις σοβαρές επενδύσεις αποκατάστασης και άφησε χώρο για αυθαίρετες, πρόχειρες παρεμβάσεις.
Σε αυτούς τους παράγοντες προστίθεται η γραφειοκρατία, το απαγορευτικό κόστος μιας επιστημονικά ορθής αποκατάστασης χωρίς κρατική επιδότηση, αλλά και η δραματική απώλεια της παραδοσιακής τεχνογνωσίας, καθώς οι παλιοί μάστορες της πέτρας και του ξύλου έχουν εκλείψει και οι σύγχρονες κατασκευαστικές εταιρείες αγνοούν τις ιδιαιτερότητες των κτιρίων του 1900.
Αν θέλουμε τα Κάτω Λεχώνια να μην μετατραπούν σε έναν απρόσωπο, τσιμεντοποιημένο οικισμό, απαιτείται άμεση επικαιροποίηση και εξειδίκευση του Π.Δ. Πηλίου με ειδικές μορφολογικές οδηγίες αποκλειστικά για κάθε ένα οικισμό που θα προστατεύουν τον χαρακτήρα τους ,παροχή γενναίων οικονομικών κινήτρων και φοροαπαλλαγών στους ιδιοκτήτες, αυστηρός έλεγχος καθώς και άμεση ενεργοποίηση του Υπουργείου Πολιτισμού για την καταγραφή και διάσωση των πιο εμβληματικών κτιρίων, ώστε η ιστορική μνήμη αυτού του τόπου να μην θυσιαστεί στη γραφειοκρατική αδιαφορία και την πρόχειρη αλλοίωση.
Στο βίντεο, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Καραγκούνης, Επίτιμος Προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιολογικών Έργων και Μελετών της ΕΦΑΛΑΡ πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στα Κάτω Λεχώνια σχολιάζοντας την σημερινή κατάσταση …
























