ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΑ ΤΥΡΝΑΒΟΥ:
Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το πότε θυμούνται ορισμένοι τις έννοιες της
«θεσμικότητας», της «ενότητας» και της «σοβαρότητας».
Επίσης εντύπωση προκαλούν τα σχεδόν αυτόματα «αντανακλαστικά» κάθε λογής
«αυτοδιοικητικών» που ένας πίσω από τον άλλο, με βαρύγδουπες έννοιες και
λέξεις δεν εκφράζουν τίποτε παραπάνω… από την ενόχληση τους.
Γιατί ενοχλήθηκαν άραγε;
Τι είναι αυτό που εν προκειμένω έθιξε τα «ιερά και τα όσια» των δικών
τους κομματικών γραμμών;
Μα τι άλλο;
Που η Δημοτική Αρχή Τυρνάβου, πέρα από τα «ουσιαστικά» μικρά και μεγάλα
καθημερινά, βλέπει και τα μεγάλα ζητήματα που καθορίζουν τη ζωή των
ανθρώπων. Τους ενόχλησε δηλαδή, που εκτός από τα έργα και τη διαχείριση
της
καθημερινότητας, η δημοτική αρχή μίλησε για τον πόλεμο, την εμπλοκή της
χώρας, τις βάσεις, τους εξοπλισμούς και τις συνέπειες που όλα αυτά έχουν
για τον λαό.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο τα μεγάλα λόγια περί «θεσμικότητας» και ας
μιλήσουμε απλά, όπως απλά μιλάει η ίδια η ζωή.
Όταν η ακρίβεια χτυπά το σπίτι, το μαγαζί, το χωράφι και τον χώρο
δουλειάς, είναι ή δεν είναι υπόθεση μιας Δημοτικής Αρχής; Όταν η τιμή
του πετρελαίου και του φυσικού αερίου
ανεβαίνει, όταν ανεβαίνει το κόστος της ενέργειας και μαζί του
ανεβαίνουν τα έξοδα παραγωγής, μεταφοράς, θέρμανσης και τελικά οι τιμές
σε όλη την οικονομία, είναι ή δεν είναι κοινωνικό ζήτημα; Και όταν ο
εργαζόμενος, ο
επαγγελματίας, ο αγρότης, η νέα οικογένεια και ο συνταξιούχος βλέπουν το
εισόδημά τους να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, πρέπει μια Δημοτική
Αρχή να κάνει πως δεν βλέπει;
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ήδη από το 2021, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφε ετήσια
αύξηση 132,3% στο φυσικό αέριο και 45,1% στο πετρέλαιο θέρμανσης. Η
πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία, οι κυρώσεις, οι ανακατατάξεις και οι
ανταγωνισμοί στην Ενέργεια ήρθαν να οξύνουν μια ήδη εκρηκτική κατάσταση.
Σε κάθε περίπτωση, και για κάθε αντίστοιχη κατάσταση προκύπτει ένα απλό
ερώτημα: ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Μα ποιος άλλος εκτός από το λαό. Ενώ κάποιοι κερδίζουν. Ο λαός χάνει.
«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ
Δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
Υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
Πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
Πέθαινε το ίδιο… (Μπρέχτ)».
Τον λογαριασμό επόμενα, τον πληρώνει ο εργαζόμενος, που βλέπει τον μισθό
του να εξανεμίζεται στα βασικά. Τον πληρώνει ο επαγγελματίας που βαράει
μύγες στο μαγαζί του και βλέπει τα έξοδα να ανεβαίνουν. Τον πληρώνει ο
βιοπαλαιστής αγρότης που βλέπει το
κόστος παραγωγής να αυξάνεται. Τον πληρώνει η οικογένεια που
δυσκολεύεται να ζεστάνει το σπίτι της. Τον πληρώνει και ο ίδιος ο Δήμος,
που καλείται να καλύψει όλο και περισσότερες ανάγκες με περιορισμένους
πόρους και
προσωπικό. Και με μεγάλα έξοδα.
Την ίδια στιγμή, για τους πολεμικούς σχεδιασμούς βρίσκονται
δισεκατομμύρια. Μόνο μέσα στο 2026 η κυβέρνηση ανακοίνωσε την
ενεργοποίηση δέκα νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων συνολικού ύψους άνω των
4 δισ. ευρώ, ενώ η λεγόμενη «Ασπίδα του Αχιλλέα»
ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ και έχει ανακοινωθεί ένα 12ετές εξοπλιστικό
πρόγραμμα ύψους 25 δισ. ευρώ. Δεν είναι λοιπόν ότι «δεν υπάρχουν λεφτά».
Υπάρχουν και μάλιστα πολλά. Το ερώτημα είναι πού κατευθύνονται και ποιες
ανάγκες μπαίνουν κάθε φορά σε
προτεραιότητα.
Ειναι αλήθεια τώρα, ότι αυτά τα εκατομμύρια εξασφαλίζουν την ασφάλεια
της ζωής του λαού; Ρητορικό το ερώτημα, όταν υπάρχουν ιστορικά
παραδείγματα χωρών που τους επιτέθηκαν οι ίδιοι τους οι προμηθευτές.
Όχι ασφάλεια λοιπόν, την ανασφάλεια εξασφαλίζουν και την ανησυχία γιατί
εμπλέκουν τον λαό, χωρίς να τον ρωτήσουν σε πολεμικά παιχνίδια.
Επίσης: αυτά τα χρήματα από πού προέρχονται; Δεν πέφτουν από τον ουρανό.
Είναι δημόσιο χρήμα. Είναι χρήματα που παράγονται από τον λαό και
συγκεντρώνονται μέσα από τη φορολογία
και τον κρατικό προϋπολογισμό.
Και τότε η ερώτηση γίνεται ακόμη πιο απλή: όταν λείπουν πόροι για την
Υγεία, την Παιδεία, την προστασία από πλημμύρες και πυρκαγιές, για
υποδομές, για προσωπικό, για μισθούς και κοινωνικές ανάγκες, όταν οι
Δήμοι
παλεύουν καθημερινά με την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση, τι
πρέπει να κάνει μια Δημοτική Αρχή; Να κάνει πως δεν βλέπει; Να σωπάσει
για να μην «διχάσει» και «ενοχλήσει»; Να ασχολείται μόνο με την άσφαλτο
για παράδειγμα, και τα έργα, και να θεωρεί ότι όλα τα υπόλοιπα δεν την
αφορούν;
Όταν τα δισεκατομμύρια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην Υγεία, στην
Παιδεία, στους μισθούς, στις υποδομές, στην προστασία της
ανθρώπινης ζωής, κατευθύνονται σε εξοπλισμούς και πολεμικές δεσμεύσεις,
τι πρέπει να κάνει μια Δημοτική Αρχή; Όταν στερείται τους απαραίτητους
πόρους και το προσωπικό για να βελτιώσει την καθημερινότητα στις πόλεις
και στα χωριά, όταν οι εργατοϋπάλληλοι και οι βιοπαλαιστές αγρότες της
περιοχής μας υφίστανται τις συνέπειες της ακρίβειας, της
εκμετάλλευσης και της φτώχειας, τι πρέπει να κάνει; Όταν λιμάνια,
αεροδρόμια και στρατιωτικές υποδομές της χώρας εντάσσονται στους
πολεμικούς σχεδιασμούς και η Θεσσαλία αποκτά όλο και μεγαλύτερο ρόλο ως
κρίκος αυτών των σχεδιασμών, πώς μπορεί μια Δημοτική
Αρχή να κάνει ότι δεν βλέπει;
Και ας μη μας πουν ότι όλα αυτά είναι «εξωτερική πολιτική» και άρα δεν
αφορούν τον Τύρναβο.
Με αυτή τη λογική ο Αμβυκούχος που διαμαρτύρεται για τα μέτρα στο
τσίπουρο, «εζήλωσε» το υπουργείο οικονομικών. Και ο αγρότης που
βλαστημάει τον κανονισμό του ΕΛΓΑ, «εζήλωσε» να γίνει υπουργός γεωργίας;
Ε, ας μη μιλάει κανείς. Και οι υπουργοί ας κάνουν τις δουλειές τους:
αυτό μας είπανε. Αυτά λένε…
Η Δημοτική Αρχή δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ασκεί εξωτερική πολιτική. Ούτε
ο δήμαρχος είναι υπουργός Εξωτερικών. Όμως άλλο πράγμα η αρμοδιότητα για
την εξωτερική πολιτική της χώρας και άλλο πράγμα το δικαίωμα και η
υποχρέωση μιας εκλεγμένης Δημοτικής Αρχής να παίρνει θέση για τις
συνέπειες αυτής της
πολιτικής στη ζωή του λαού.
Γιατί όταν η χώρα μετατρέπεται σε ορμητήριο πολέμου, όταν στρατιωτικές
υποδομές της Θεσσαλίας εντάσσονται σε αυτούς τους σχεδιασμούς, όταν
ολόκληρη η περιοχή γίνεται κρίκος μιας αλυσίδας που μπορεί να την
καταστήσει στόχο αντιποίνων, τότε αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που
βρίσκεται κάπου μακριά από τη ζωή μας. Είναι εδώ. Είναι δίπλα μας.
Και όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έρχεται στην Αθήνα για να
συζητήσει εξοπλισμούς, ενεργειακούς σχεδιασμούς, στρατιωτική συνεργασία
και τις ευρύτερες σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ, τι ακριβώς περιμένουν από τη
Δημοτική Αρχή; Να κλείσει την πόρτα, να τραβήξει την κουρτίνα και να
κάνει πως δεν
συμβαίνει τίποτα;
Το δε Δημαρχείο είναι χώρος δημόσιας έκφρασης και δημοκρατικού διαλόγου.
Η Δημοτική Αρχή δεν είναι ένας υπηρεσιακός μηχανισμός χωρίς άποψη. Είναι
η εκλεγμένη πολιτική διοίκηση
του Δήμου, με πρόγραμμα, θέσεις και ευθύνη απέναντι στον λαό. Όπως έχει
το δικαίωμα να παίρνει πρωτοβουλίες για τα ζητήματα της καθημερινότητας,
έτσι έχει το δικαίωμα να αναδεικνύει και τα μεγάλα ζητήματα που θεωρεί
ότι καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον των
ανθρώπων. Και αυτό ακριβώς κάνει η Δημοτική Αρχή Τυρνάβου.
Επειδή Δημοτική Αρχή στον Τύρναβο είναι η «Λαϊκή Συσπείρωση» και επειδή
η «Λαϊκή Συσπείρωση» έχει συγκεκριμένο πρόγραμμα και συγκεκριμένες
πολιτικές θέσεις, έχει και το δικαίωμα να τις υπερασπίζεται δημόσια.
Όπως το κάνουν δημοτικές αρχές σε ολόκληρη την Ελλάδα, ανεξάρτητα από
την πολιτική τους
αφετηρία. Το να λένε κάποιοι ότι η Δημοτική Αρχή μπορεί να εκφράζεται
μόνο για τα τοπικά και όχι για τις πολιτικές επιλογές που επηρεάζουν τη
ζωή των δημοτών, δεν είναι «θεσμική σοβαρότητα». Είναι μια αντίληψη για
έναν Δήμο αποστειρωμένο από την κοινωνία και αποκομμένο από όσα
συμβαίνουν γύρω του.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της σημερινής αντιπαράθεσης. Οι δημοτικές
παρατάξεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ θυμούνται να κάνουν αντιπολίτευση στη
Δημοτική Αρχή όταν νιώθουν την ανάγκη να υπερασπιστούν τα «ιερά και τα
όσια» της στρατηγικής της κυβέρνησης και των
συστημικών κομμάτων. Βγαίνουν από τα καβούκια τους όταν είναι να μας
πουν ότι δεν πρέπει να μιλάμε για τις βάσεις, για το ΝΑΤΟ, για την
εμπλοκή, για τους εξοπλισμούς, για την πολεμική οικονομία.
Μας λένε ότι ο Δήμος πρέπει να «ενώνει». Μα ποιος ακριβώς είναι ο
διχασμός που προκαλείται όταν μια Δημοτική Αρχή λέει ότι τα χρήματα
πρέπει να πηγαίνουν στις λαϊκές ανάγκες και όχι στους πολεμικούς
σχεδιασμούς; Ποιος διχασμός υπάρχει όταν λέμε ότι θέλουμε Υγεία,
Παιδεία, μισθούς, υποδομές, προστασία
από φυσικές καταστροφές και έργα που να υπηρετούν τις ανάγκες του λαού;
Ποιος διχασμός υπάρχει όταν λέμε ότι δεν θέλουμε η χώρα και η περιοχή
μας να γίνονται ορμητήριο πολέμου;
Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η «ενότητα» για την οποία τόσο συχνά γίνεται
λόγος; Να είμαστε όλοι ενωμένοι όταν πρόκειται να χειροκροτήσουμε έναν
υπουργό των ΗΠΑ; Να είμαστε όλοι ενωμένοι πίσω από το ΝΑΤΟ και τις
βάσεις; Να είμαστε όλοι ενωμένοι όταν η χώρα γίνεται ορμητήριο πολέμου;
Να μη μιλάμε, να μην ενοχλούμε, να μην χαλάμε την εικόνα; Γιατί εκεί
οδηγεί η «μούγκα» που μας ζητούν.
Ή μήπως ενότητα σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό; Να ενώνεται ο λαός
όταν διεκδικεί καλύτερη ζωή. Να ενώνεται απέναντι στην ακρίβεια. Να
ενώνεται για την Υγεία και την Παιδεία. Να ενώνεται για μισθούς που να
φτάνουν για να ζήσει η οικογένεια. Να ενώνεται για να μείνουν οι νέοι
στον τόπο τους. Να ενώνεται για να μη μετατρέπονται οι
πόλεις και τα χωριά μας σε κρίκους πολεμικών σχεδιασμών.
Η Δημοτική Αρχή Τυρνάβου παίρνει θέση και δεν διαιρεί. Ενώνει.
Αντίθετα, αυτό που διαιρεί είναι η σιωπή απέναντι σε όσα καθορίζουν τη
ζωή και το μέλλον του λαού. Η σιωπή που ζητάνε είναι κι αυτή θέση. Και
είναι θέση βαθιά πολιτική, γιατί πίσω από τη σιωπή υπάρχει αποδοχή της
πραγματικότητας που μας λένε ότι πρέπει να θεωρούμε «φυσιολογική»: να
αυξάνονται οι πολεμικές δαπάνες, να ενισχύονται οι στρατιωτικές
δεσμεύσεις, να προσφέρονται υποδομές και διευκολύνσεις, ενώ την ίδια
στιγμή ο λαός να καλείται να πληρώσει την
ακρίβεια, τις ελλείψεις, την υποστελέχωση και την υποχρηματοδότηση.
Και όταν η γη και το ύδωρ προσφέρονται στους πολεμικούς σχεδιασμούς,
τότε στρώνεται το έδαφος για τα… φέρετρα.
Και τα φέρετρα αυτά δεν θα είναι φέρετρα αυτών που παίρνουν τις
αποφάσεις, ούτε των μεγάλων ομίλων που προσδοκούν κέρδη από την πολεμική
οικονομία. Θα είναι φέρετρα παιδιών του λαού. Μπορεί να είναι παιδιά
δικά μας.
Παιδιά του Τυρνάβου. Παιδιά της Θεσσαλίας.
Τι θα πουν λοιπόν αύριο στις μανάδες;
Τι θα πουν στη μάνα που θα περιμένει το παιδί της και θα της χτυπήσουν
την πόρτα για να της πουν ότι το παιδί της δεν θα γυρίσει;
Τι θα πουν τότε όσοι σήμερα ζητούν από μια Δημοτική Αρχή να σωπάσει στο
όνομα της «θεσμικότητας»; Τι θα πουν όσοι στο όνομα της «ενότητας»
ζητούν να μη μιλάμε για τις βάσεις, για το ΝΑΤΟ, για την εμπλοκή και για
τους πολεμικούς σχεδιασμούς; Τι θα πουν όσοι θεωρούν ότι ένας δήμαρχος
πρέπει να ασχολείται μόνο με την άσφαλτο, τα γήπεδα και τα έργα, ενώ για
τον πόλεμο, τη φτώχεια, την
ανεργία, την ακρίβεια και την αγωνία των οικογενειών πρέπει να κάνει πως
δεν βλέπει;
Ο Τύρναβος χρειάζεται Δημοτική Αρχή για το σήμερα και για το αύριο. Μια
Δημοτική Αρχή δίπλα στον πόνο, στην αδικία και στις αγωνίες των δημοτών·
δίπλα στον εργαζόμενο, στον άνεργο, στον αγρότη, στον επαγγελματία, στη
νέα οικογένεια, στον νέο που φεύγει από τον
τόπο του. Μια Δημοτική Αρχή που θα παλεύει για την άσφαλτο και τα έργα,
αλλά δεν θα περιορίζει τη ζωή του λαού στην άσφαλτο και στα έργα· που θα
βλέπει πίσω από κάθε αίτημα για μια υποδομή τον άνθρωπο που τη
χρειάζεται, πίσω από κάθε πρόβλημα τον εργαζόμενο και την οικογένεια,
και πίσω από κάθε μεγάλη πολιτική επιλογή τις συνέπειες
που αυτή έχει στην καθημερινή ζωή.
Για το σήμερα. Για το αύριο. Και για το πάντα. Και για τους σεισμούς που
μέλλονται για να ’ρθουν.
Συνένοχοι στο έγκλημα δεν θα γίνουμε.
Να δυναμώσει η οργανωμένη πάλη του λαού μας, η αλληλεγγύη με τους λαούς
που δοκιμάζονται από τον πόλεμο και την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, να
δυναμώσει ο αγώνας ενάντια στην πολιτική και στο σύστημα που γεννούν
την εκμετάλλευση, τη φτώχεια και τον πόλεμο.
Ο μακελάρης των λαών Ρούμπιο είναι
ανεπιθύμητος.
Καμία εμπλοκή – καμία συμμετοχή στους
πολεμικούς σχεδιασμούς.
























