Τον προβληματισμό του για τον σχηματισμό των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας, εξέφρασε στο Συνέδριο του Βήματος «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη» ο Αντώνης Σαμαράς. «Σε μία μόνο πόλη στεγάζεται, ζει, εργάζεται, μορφώνεται, ερωτεύεται, διασκεδάζει, υποφέρει, κουράζεται ο μισός πληθυσμός της χώρας μας. Δεν μιλάμε απλά για μία πόλη. Μιλάμε για μία μεγαλούπολη, η οποία συμβολίζει, στο άκουσμά της, ολόκληρη τη χώρα» είπε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο πρώην πρωθυπουργός υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι ένα φαινόμενο τωρινό παραθέτοντας ως παράδειγμα τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη πριν θέση τα εξής ερωτήματα: Πρώτον, είναι η δημιουργία των μεγαλούπολεων νόμος, ιστορικός; Και δεύτερον, ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι αυτό το φαινόμενο έχει εμφανιστεί σε προηγούμενους πολιτισμούς, ποια είναι η ευθύνη της ηγεσίας να το αποτρέψει;»
Πνευματική παρακμή, υλισμός, εύκολη διασκέδαση
«Στο πρώτο ερώτημα έχουν απαντήσει καταφατικά, διακεκριμένοι παγκοσμίως φιλόσοφοι κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι, αρχιτέκτονες, και είναι ανησυχητική, πολύ ανησυχητική, η διαπίστωσή τους ότι το φαινόμενο των μεγαλούπολεων είναι και το τελικό στάδιο παρακμής κάθε πολιτισμού. Ακριβώς γιατί τα συμπτώματα της μεγαλούπολης είναι η υπογεννητικότητα, πνευματική ερήμωση και, στο τελικό στάδιο, η κατάρρευση. Περιγράφουν τον κάτοικο της μεγαλούπολης να Έχει αποστερηθεί κάθε επαφή με τη φύση και με τη γη και να κυριαρχείται από τη λατρεία του χρήματος, τον υλισμό, την αποπνευματικοποίηση και την εύκολη διασκέδαση, ως διέξοδο για το προσωπικό του αδιέξοδο» είπε εκφράζοντας τον προβληματισμό του για την σημερινή κατάσταση.
Οι δύο πλευρές της ηγεσίας
«Εφόσον βλέπουμε και κατανοούμε τη σημασία αυτού του φαινομένου, ποιος άραγε είναι ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας» διερωτήθηκε ο κ.Σαμαράς για να απαντήσει ότι η ηγεσία έχει δύο μορφές: την διαχειριστική και την ηγεσία με όραμα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι είναι απογοητευμένος για την σημερινή εικόνα της κοινωνίας και έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για πατρίδα σημειώνοντας ότι απαιτείται μια επιστροφή της πολιτικής των οραμάτων.
Αναλυτικότερα ανέφερε:
«Υπάρχει πάντα η εκδοχή της διαχειριστικής μορφής ηγεσίας. Δηλαδή εκείνων που, αν και διαπιστώνουν το πρόβλημα, μεταθέτουν την αντιμετώπισή του θεωρώντας πως η κατάρρευση δεν θα συμβεί επί των ημερών τους. Αυτοί είναι, επιτρέψτε μου, η ματαιόδοξη και εγωπαθής ηγέτες που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τη διατήρηση της δικής τους καρέκλας και εξουσίας, αδιαφορώντας για το μέλλον. Υπάρχει η εκδοχή της ηγεσίας που επιχειρεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας με αποφασιστικότητα και τροφοδοτώντας την κοινωνία με όραμα και όχι με άβουλη παθητικότητα. Για να έρθω σιγά-σιγά και στην πατρίδα μας, γενέτειρα άλλωστε ενός μοναδικού πολιτισμού, και μαία του σημερινού δυτικού πολιτισμού. Να επισημάνω προς όλους, και κυρίως προς τον λαό μας, πως διαπιστώνω πραγματικά σημάδια παρακμής. Ταυτόχρονα βλέπω και σημάδια πολιτικής ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση.
Γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει ριζική αλλαγή του μοντέλου της παιδείας μας, όταν διαπιστώνεται ολοφάνερα και με κάθε τρόπο η οπισθοχώρηση παντού, και σε γνώση και σε μόρφωση. Γιατί δεν μπορεί να μην επιβάλλονται ηθικά και ανιδιοτελή πρότυπα από την πολιτεία στην κοινωνία, και αντίθετα να κυριαρχεί η ανηθικότητα και η ιδιοτέλεια. Γιατί δεν μπορεί να τροφοδοτείται η υλιστική και ατομιστική αντίληψη περί ζωής και να υποσκάπτεται και να λιδωρείται η πνευματικότητα και η συλλογικότητα. Γιατί δεν μπορεί να υπονομεύεται εμπράκτως η έννοια της εθνικής συνείδησης, και να υποκαθίσταται από την αξία του πλουτισμού και της λεγόμενης πολιτικής ορθότητας.
Γιατί δεν μπορεί να παραβλέπεται η μετατροπή των κοινωνικών και οικονομικών τάξεων σε ανώνυμο πλήθος. Γιατί δεν μπορεί όχι μόνο να αγνοείται η ερήμωση της υπαίθρου χώρας, δηλαδή η διαχρονική σχέση των Ελλήνων με τη μοναδική μας γη, αλλά να τροφοδοτείται συνειδητά η εγκατάλειψη. Πώς; Με την απουσία του κράτους, και με την υποκατάστασή του από μια οικονομική θήκη, διαχειριστική αντίληψη με πρόσχημα πάντα τους κανόνες της αγοράς. Προσέξτε. Αν αυτή η υλιστική και διαχειριστική αντίληψη συνεχιστεί συλλογικά, τότε θα αμφισβητηθεί όχι μόνον η όποια ηγεσία, αλλά και η πολιτική ενδεχομένως συνολικά. Κρουώ εδώ τον κώδωνα του κινδύνου για τη Δημοκρατία και για το μέλλον της. Η απογοήτευση του ελληνικού λαού είναι και έμπρακτη και ορατή. Έμπρακτη, θα το πω με ένα παράδειγμα, την πρωτοφανή αποχή στις τελευταίες εκλογές, στις ευρωεκλογές του 2024. Ορατή δια γυμνού οφθαλμού από το «ο κανένας» που προηγείται στις δημοσκοπικές έρευνες μέχρι και σε στιγμιότυπα της καθημερινότητάς μας.
Ο λαός είναι κουρασμένος, η κοινωνία της κόπωσης είναι παρούσα, το χαμόγελο πια δεν το βλέπεις εύκολα σε καμιά παρέα. Βλέπεις το άγχος, βλέπεις τη βιασύνη, βλέπεις τη λεκτική και τη φυσική βία, βλέπεις την αντικοινωνικότητα, βλέπεις μια απόγνωση. Και δεν το βλέπεις μόνο στη Μεγαλούπολη. Το βλέπεις σταδιακά και στη μικρή πόλη της επαρχίας. Πιστέψτε με, κοντεύω 50 χρόνια βουλευτής επαρχίας. Και δακρύζεις, βλέποντας τα αυξανόμενα έρημα χωριά στην Ελλάδα μας. Απαιτείται μια επιστροφή της πολιτικής των ιδεών και των οραμάτων. Είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Όχι μόνο για την επιβίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά για την κοινωνική μας συνοχή και για την εθνική μας επιβίωση, ειδάλλως, το λέω ξεκάθαρα, η Ελλάδα θα κινδυνεύσει όχι απλά με παρατεταμένη παρακμή, αλλά και μ’ έναν επικίνδυνο πια εθνικό εφησυχασμό».
























