Νέα αίτηση υποβλήθηκε προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, μέσω της οποίας ζητείται να ασκηθεί έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων για την αποφυλάκιση του ιδιοκτήτη της «Βιολάντα», Κωνσταντίνου Τζιωρτζιώτη.
Η αίτηση κατατέθηκε από τον σύζυγο μιας εκ των πέντε εργαζόμενων γυναικών που έχασαν τη ζωή τους μετά τη φονική έκρηξη στο εργοστάσιο, ενώ έχουν προηγηθεί αντίστοιχες αιτήσεις από άλλους δύο συγγενείς θυμάτων στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Στην επίμαχη αίτηση που βρίσκεται σε γνώση του iEidiseis, ο σύζυγος του θύματος, αμφισβητεί ευθέως το σκεπτικό της αποφυλάκισης, καθώς θεωρεί ότι ο κίνδυνος τέλεσης νέων ομοειδών πράξεων δεν έχει εκλείψει. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο, εργαζόμενοι που εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρηση, τρομοκρατούνται, προκειμένου «να μην καταθέσουν στις αρχές για όσα έχουν συμβεί».
«Σοβαρός κίνδυνος τέλεσης νέων ομοειδών πράξεων»
Βάσει όσων σημειώνονται, η προσωρινή κράτηση του ιδιοκτήτη της «Βιολάντα», διατάχθηκε από τον ανακριτή του Πρωτοδικείου Τρικάλων, διότι κρίθηκε ότι «υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής του και ότι, από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, είναι πολύ πιθανό, εάν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, να διαπράξει και άλλες συναφείς αξιόποινες πράξεις».
Σημειώνεται πως ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα» κατηγορείται για έκρηξη με ενδεχόμενο δόλο, ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και πρόκληση σωματικών βλαβών κατά συρροή.
Στο ίδιο μήκος κύματος, στις 31 Ιουλίου 2026, μέσω της εισαγγελικής πρότασης, «προτάθηκε η εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης για άλλους έξι μήνες με το σκεπτικό ότι οι σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου παραμένουν αμείωτες και ότι, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της πράξης και της φερόμενης στάσης του πριν και μετά την έκρηξη, εξακολουθεί να υπάρχει σοβαρός και επίκαιρος κίνδυνος τέλεσης νέων ομοειδών πράξεων…».
Αποφυλάκιση του ιδιοκτήτη της Βιολάντα
Στο βούλευμα που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων, η εισαγγελική πρόταση έγινε δεκτή ως προς την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Παρόλα αυτά, διατάχθηκε η αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης του ιδιοκτήτη της «Βιολάντα» με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής του στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του μια φορά τον μήνα.
Αιτία αυτής της απόφασης, όπως αναγράφεται στο βούλευμα, είναι ότι ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα», έχει «γνωστή διαμονή στη χώρα και δεν προκύπτει σκοπός φυγής του ούτε κίνδυνος τέλεσης από αυτόν στο μέλλον και άλλων εγκλημάτων».
Βιολάντα – «Στο “τιμόνι” τα ίδια πρόσωπα»
Όπως όμως σημειώνεται στην επίμαχη αίτηση για άσκηση έφεσης της αποφυλάκισης, το Συμβούλιο «αποφαίνεται ότι ο κίνδυνος τέλεσης νέων συναφών πράξεων έχει εκλείψει δίχως προς τούτο να παραθέτει πραγματικά περιστατικά…».
Ένας από τους λόγους που επικαλείται η αίτηση προκειμένου να ασκηθεί έφεση στην προφυλάκιση, είναι ότι «η επιχείρηση του κατηγορουμένου συνεχίζει να λειτουργεί υπό το ίδιο, σχεδόν, καθεστώς εκπροσώπησης και διαχείρισης».
Αναφορικά με την «έτερη συναφή εταιρεία “Vitafree A.E.”», στην αίτηση σημειώνεται πως «το Δ.Σ. της αποτελείται από τον κατηγορούμενο στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου και διαχειριστή, καθώς και από τον υιό και τη θυγατέρα του».
Επομένως, σύμφωνα με την αίτηση, είναι «πραγματικά απορίας άξιο πως το προσβαλλόμενο βούλευμα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κίνδυνος υποτροπής και τέλεσης ομοειδών εγκλημάτων, τη στιγμή που η διοίκηση και η εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκουν στον κατηγορούμενο και στην οικογένειά του».
Μάλιστα, όπως αναγράφεται, «ο κατηγορούμενος όχι μόνον δεν έχει περιορίσει την επιχειρηματική του δράση αλλά την έχει επεκτείνει κιόλας δημιουργώντας νέα επιχείρηση στην Κοζάνη».
«Μεροληπτική αξιολόγηση»
«Σκανδαλώδες» κρίνεται επίσης στην αίτηση ότι «στο βούλευμα δεν αξιολογείται, ή μάλλον αξιολογείται μεροληπτικά η μεταγενέστερη της φονικής έκρηξης συμπεριφορά του κατηγορουμένου».
Πιο συγκεκριμένα, «σχετικά με τα ζητήματα της επανασύνδεσης ηλεκτροδότησης και της αποξήλωσης των τεσσάρων υπόγειων δεξαμενών υγραερίου στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, το Συμβούλιο με πραγματική γενναιοδωρία ψυχής τα ερμηνεύει νόμιμες πράξεις και προσπάθεια επαναλειτουργίας της παραγωγής, τονίζοντας ότι ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία, αγνοώντας όμως ότι ακόμα δεν είχαν διαλευκανθεί τα αίτια της τραγωδίας και οι εγκληματικές ενέργειες και παραλείψεις που οδήγησαν σε αυτήν».
«Λειτουργούσε υπό καθεστώς τυπικών αδειών»
Παράλληλα, όπως σημειώνεται, «μέλημα του κατηγορούμενου και του εταιρικού του περίγυρου ήταν η άμεση επαναλειτουργία της παραγωγής με όποιο κόστος, ακόμα και σε διαφορετικές κτηριακές εγκαταστάσεις μιας επιχείρησης, χωρίς προηγούμενη ουσιαστική εξάλειψη των κινδύνων που είχαν ήδη αναδειχθεί».
«Προκλητική», σύμφωνα με την αίτηση είναι και η επίκληση αδειοδοτήσεων των νέων ή λοιπών εγκαταστάσεων, καθώς «λησμονείται το γεγονός ότι και η εγκατάσταση στην οποία επήλθε η θανατηφόρος έκρηξη λειτουργούσε υπό καθεστώς τυπικών αδειών, παρά την ύπαρξη ουσιωδών αποκλίσεων, μη δηλωμένων στοιχείων και κρίσιμων ελλείψεων ασφαλείας».
Άλλωστε η ύπαρξη αυτών των αδειών, «δεν συνοδεύεται από ειδική αιτιολόγηση ότι ο κατηγορούμενος έχει πραγματικά και λειτουργικά αποκοπεί από κάθε δυνατότητα διοικητικής, τεχνικής ή επιχειρησιακής επιρροής» ή αν αντιθέτως, πρόκειται για ενέργειες που «απλώς συνιστούν εκ των υστέρων τυπική αποκατάσταση ενόψει των ποινικών, διοικητικών και επιχειρηματικών συνεπειών του συμβάντος».
«Έχουν απολυθεί»
Επίσης, σύμφωνα με την αίτηση, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, «παραλείπεται να συνεκτιμηθεί ότι κρίσιμο τμήμα του αποδεικτικού υλικού στηρίζεται σε καταθέσεις εργαζομένων…». Πρόκειται για πρόσωπα που σύμφωνα με την αίτηση, «τελούν ή τελούσαν σε σχέση οικονομικής, εργασιακής ή ουσιαστικής εξάρτησης από την επιχείρηση και την οικογένεια που τη διοικεί, ενώ άλλα έχουν απολυθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι κατέθεσαν την αλήθεια ενώπιον των ανακριτικών αρχών ή επειδή σκόπευαν να καταθέσουν επιβαρυντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν και μετά την φονική έκρηξη».
Επομένως, σύμφωνα με την αίτηση, «η αποφυλάκιση του κατηγορουμένου, χωρίς κανέναν ειδικό όρο απαγόρευσης επικοινωνίας ή προσέγγισης μαρτύρων, δημιουργεί αντικειμενικό κίνδυνο επηρεασμού, άσκησης πίεσης ή αποθάρρυνσης εργαζομένων που γνωρίζουν κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και ενδέχεται να κληθούν εκ νέου να καταθέσουν ή να διευκρινίσουν ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης».
«Δύναται να ασκήσει επιρροή»
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι σύμφωνα με την αίτηση, η εταιρική λειτουργία της «Βιολάντα» εξακολουθεί «να εξελίσσεται εντός στενού οικογενειακού και επιχειρηματικού πλαισίου, στο οποίο ο κατηγορούμενος δύναται, άμεσα ή έμμεσα, να ασκήσει επιρροή σε πρόσωπα, έγγραφα, τεχνικά στοιχεία, εσωτερικές διαδικασίες και πραγματικές συνθήκες που συνδέονται με την υπόθεση».
Ενδεικτικά, στην αίτηση γίνεται μνεία στην περίπτωση του ζεύγους των ιατρών που κατηγορούνται για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο του Γιώργου Μαζωνάκη, καθώς «το σκεπτικό της απόφασης για την προσωρινή τους κράτηση βασίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι αν αφεθούν ελεύθεροι θα επιστρέψουν στον τόπο τέλεσης των πράξεων με κίνδυνο αλλοίωσης του αποδεικτικού υλικού».
«Τρομοκρατεί και απειλεί εργαζομένους»
Σε ότι αφορά τον τότε διευθυντή παραγωγής, στην αίτηση σημειώνεται πως «όχι μόνο εξακολουθεί να είναι παρών και να εργάζεται στην επιχείρηση, την στιγμή μάλιστα που κατηγορείται για τις ίδιες εγκληματικές πράξεις με τον κατηγορούμενο, αλλά επιπλέον σήμερα τρομοκρατεί και απειλεί εργαζομένους να μην καταθέσουν στις αρχές την αλήθεια για όσα έχουν συμβεί».
Αντίστοιχα, σύμφωνα με την αίτηση, κουμπάρα και στενή οικογενειακή φίλη του ιδιοκτήτη της «Βιολάντα», «συνεχίζει και εργάζεται στην επιχείρηση και ομοίως απέναντι σε εργαζόμενους και εργαζόμενες του εργοστασίου επιδεικνύει αντεργατική συμπεριφορά».
























