LarissaPress
  • Επικαιρότητα
    • Λάρισα
    • Τα Νέα της Βουλής
    • Θεσσαλία
    • Δήμοι Ν. Λάρισας
    • Ελλάδα
    • Πολιτική 
    • Οικονομία
    • Κόσμος
    • Αγροτική Οικονομία
    • Αγορά ακινήτων
    • Εκπαίδευση
  • Ρεπορτάζ
    • Πρόσωπα
    • Λοξή ματιά
    • Λάρισα – Εμπιστευτικό
    • Κουίζ
    • Αστικές … Διαθλάσεις
  • Απόψεις
    • Λαρισαίοι
    • Αρθρογραφία
  • Πολιτισμός
    • Πολιτισμός
    • Κινηματογράφος
    • Βιβλίο
    • Εικαστικά
    • Γεύση
    • Καφές
    • Τέχνες
      • Θέατρο
  • Μέλλον
    • Αθλητισμός
    • Υγεία
    • Περιβάλλον
    • Επιστήμη
    • Τεχνολογία
  • Έξοδος
    • Έξοδος
    • Ταξίδια
    • Αυτοκίνητο
    • Ομορφιά και Περιποίηση
  • WebTV
  • Podcasts
No Result
View All Result
LarissaPress
  • Επικαιρότητα
    • Λάρισα
    • Τα Νέα της Βουλής
    • Θεσσαλία
    • Δήμοι Ν. Λάρισας
    • Ελλάδα
    • Πολιτική 
    • Οικονομία
    • Κόσμος
    • Αγροτική Οικονομία
    • Αγορά ακινήτων
    • Εκπαίδευση
  • Ρεπορτάζ
    • Πρόσωπα
    • Λοξή ματιά
    • Λάρισα – Εμπιστευτικό
    • Κουίζ
    • Αστικές … Διαθλάσεις
  • Απόψεις
    • Λαρισαίοι
    • Αρθρογραφία
  • Πολιτισμός
    • Πολιτισμός
    • Κινηματογράφος
    • Βιβλίο
    • Εικαστικά
    • Γεύση
    • Καφές
    • Τέχνες
      • Θέατρο
  • Μέλλον
    • Αθλητισμός
    • Υγεία
    • Περιβάλλον
    • Επιστήμη
    • Τεχνολογία
  • Έξοδος
    • Έξοδος
    • Ταξίδια
    • Αυτοκίνητο
    • Ομορφιά και Περιποίηση
  • WebTV
  • Podcasts
LarissaPress
No Result
View All Result

Ο Τάκης Τλούπας φωτογράφιζε τα ταξίδια του. Κανείς δεν το ήξερε

19 Σεπτεμβρίου 2026, 07:28
–
Πολιτισμός, Φωτογραφία

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
larissapress.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το larissapress.gr στα
αγαπημένα σου στη Google
Facebook
Twitter/X
Telegram
Pocket
Email
Εκτύπωση

«Εγώ φωτογραφίζω αληθινά πράγματα», έλεγε, «όχι απόκοσμα και ψεύτικα». Άλλαζε τους φακούς για να πιάνει τις λεπτομέρειες, στόχευε από μακριά ανθρώπους για να μην τον καταλαβαίνουν και ποζάρουν, ήταν ένας ακούραστος συλλέκτης συναισθημάτων, φυσιολάτρης, υμνητής του ανθρώπινου αποτυπώματος, της βιοπάλης, των μικρών καθημερινών κατακτήσεων, της μνήμης, των σκληρών διαδρομών, του ανάγλυφου της φύσης, του τυχαίου.

Η γη της Θεσσαλίας, η κίνηση των ανθρώπων, η απόδοση της ακινησίας, τα πουλιά, η ασύλληπτη ηρεμία των τοπίων, οι μετακινήσεις των νομαδικών φυλών (Βλάχοι, Σαρακατσάνοι) και των ντόπιων αγροτών, τα σκαμμένα πρόσωπα, οι χειρώνακτες σε παραδοσιακές εργασίες, τα επαγγέλματα που έχουν χαθεί μέσα στον ιλιγγιώδη ρυθμό εκβιομηχάνισης του σύγχρονου κόσμου. Η καθημερινότητα, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων του θεσσαλικού χώρου. Μια ομιλούσα γεωγραφία της φύσης. Μια φωτογραφική περιπλάνηση σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Αρχετυπικές φωτογραφίες που μας θυμίζουν έναν κόσμο τον οποίο ίσως δεν ζήσαμε ποτέ. Αυτή είναι η παρακαταθήκη του κορυφαίου Θεσσαλού φωτογράφου Τάκη Τλούπα.

Ο φωτογράφος που αφουγκραζόταν τη φωνή της φύσης, που ερχόταν αντιμέτωπος με τις ανάσες της και τις λεπτομέρειες απάτητων τόπων, που δεν μάσαγε από τις απρόσμενες καιρικές αλλαγές, που αναζητούσε την αλήθεια της φύσης και του ανθρώπου, που διάβαζε τα μυστικά όσων πρόβαλλαν μπροστά από τον φακό του, που στεκόταν σιωπηλός για να βρει μια χαραμάδα, μια σκιά, τον ορίζοντα που θα του έδινε το καλύτερο φως.

Ο Τάκης Τλούπας ζούμαρε σε σπίτια, πέτρινα και ξύλινα γεφύρια, καλύβες, στάνες, πλατείες χωριών, για να αναδείξει την εφευρετικότητα του εργάτη, να καταγράψει κατασκευές και  ξεχασμένα υλικά αλλά και τεχνικές μιας λαϊκής αρχιτεκτονικής και τέχνης που σε πολλές περιπτώσεις αφέθηκε να καταρρεύσει.

Περτούλι, Σποράδες, Βόλος, Μετέωρα, Πήλιο, Όλυμπος, Αγιόκαμπος, Πηνειός, Τρίκαλα, Ζαγόρια, Τύρναβος, Καρδίτσα, Ελασσόνα, Πίνδος. Μα πριν και πάνω απ’ όλα η μεταπολεμική και νεότερη Λάρισα.

Ζούμαρε σε σπίτια, πέτρινα και ξύλινα γεφύρια, καλύβες, στάνες, πλατείες χωριών, για να αναδείξει την εφευρετικότητα του εργάτη, του εμπνευστή, να καταγράψει κατασκευές και ξεχασμένα υλικά αλλά και τεχνικές μιας λαϊκής αρχιτεκτονικής και τέχνης που σε πολλές περιπτώσεις αφέθηκε να καταρρεύσει.

Αλλά και σε ανθρώπους: μια τυχαία συνάντηση στην πλατεία, ένας εργάτης των σιδηροδρόμων ανάμεσα στις ράγες του σταθμού, ένας οδοκαθαριστής, γυναίκες που κουβαλάνε θερισμένα στάχυα, γνέθουν, ψήνουν, φουρνίζουν, πλένουν στις σκάλες, γεμίζουν τις στάμνες και δροσίζονται, πλέκουν, κουτσομπολεύουν, τρυγούν, πουλάνε πλιγούρι και τραχανά στο παζάρι. Σε όλους τους ανώνυμους που στα μάτια τους έλαμπαν άγνωστες ζωές, εμπειρίες αλλά και μια πρωτογονική αθωότητα.

Πνεύμα ελεύθερο, ανήσυχο, ζωηρό, που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και τη ματιά του από τις αυταπάτες και τις αμφισβητήσεις της κοινωνικής εξέλιξης, τις διαψεύσεις του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, τον ανθρώπινο μόχθο, τις καθοριστικές μετατοπίσεις και αλλαγές.

«Οι φωτογραφίες του Τλούπα εμπεριέχουν αξίες πολύ πιο σημαντικές από όσες αποδίδονται στη σημασία των μαρτυρικών καταθέσεων για τις αγροτικές κυρίως όψεις της ελληνικής ζωής. Γι’ αυτό άλλωστε και ο δημιουργός τους δίκαια προσγράφεται στην αγία τριάδα της ελληνικής φωτογραφίας μαζί με τον Κώστα Μπαλάφα και το Σπύρο Μελετζή. Αναφέρομαι σε μία τέχνη την οποία εκφράζει η νομοτελειακή περίπου συνοχή και η συνέχεια ενός ενιαίου λόγου που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τις παράλληλες επιδόσεις του εξωτερικού. Η ομορφιά των καμένων προσώπων, η δύναμη των χεριών, η αλληλεγγύη μιας κοινότητας ατραυμάτιστης από τις διασπαστικές διακρίσεις του αρσενικού και του θηλυκού, η αντοχή μιας συνείδησης καρφωμένης στο αίτημα του απολύτως ουσιώδους, η επάρκεια ενός ήθους ανέγγιχτου από την προσδοκία του περιττού», έγραφε ο Άγγελος Δεληβορριάς στο λεύκωμα με τίτλο «Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα» (εκδόσεις Καπόν), το οποίο περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα από όλες τις ενότητες που συνθέτουν το έργο του.

Ο Τάκης Τλούπας αφιέρωσε τη ζωή του στη φωτογραφία και στην καταγραφή της Ελλάδας που άλλαζε. Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες κατέγραψε με την αγαπημένη του μηχανή Rolleiflex (και πολύ αργότερα με τις Pentax του) τοπία, ανθρώπους, καθημερινές ιστορίες, κοινωνικές αλλαγές, δημιουργώντας έναν πολύτιμο φωτογραφικό θησαυρό ανεκτίμητης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας.

Εκείνος, όμως, επέμενε: «Η φωτογραφία αυτοπροσδιορίζεται. Η ίδια η φωτογραφία ορίζει την τέχνη της. Εγώ αναζητώ εκείνο που υπάρχει μέσα μου και αυτή η αναζήτηση μπορεί να κρατήσει χρόνια. Πολλές φορές μπορεί να σταθώ απέναντι σε ένα αντικείμενο αλλά να μην αποφασίζω να το  φωτογραφίσω, περιμένοντας εκείνη την ιδανική, για τα δικά μου μάτια, στιγμή. Δεν μπορώ να πω τι είναι φωτογραφία, μπορώ να πω όμως πως με γοητεύουν οι ομίχλες, όπως και οι αντικατοπτρισμοί, τα καθρεφτίσματα και οι αντανακλάσεις. Με συναρπάζουν τα παιχνίδια με το φως. Σίγουρα η φωτογραφία είναι φως, αλλά και άλλα πολλά».

Σε αυτήν τη μακρά αφοσίωση στην τέχνη της φωτογραφίας υπάρχει και μια λιγότερο γνωστή αλλά εξαιρετικά γοητευτική πτυχή του έργου του: τα ταξίδια του στην Ευρώπη τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ξεκινώντας το 1953 με τη θρυλική βέσπα του, και αργότερα με το χαρακτηριστικό γκρι Citroën 2CV του, ο Τλούπας διέσχισε την Ιταλία, τη Γαλλία, την Αυστρία και τη Γερμανία απαθανατίζοντας την ευρωπαϊκή καθημερινότητα με την ίδια ειλικρίνεια και τον ίδιο ρομαντισμό. Οι εικόνες του δεν λειτουργούν απλώς ως ταξιδιωτικά ντοκουμέντα αλλά ως αποτυπώσεις ενός βλέμματος που αναζητούσε σε κάθε τόπο την κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Έτσι, έχουμε από εκείνον φωτογραφίες-τεκμήρια από μια Ευρώπη που υπάρχει πλέον μόνο ως ανάμνηση.

Αυτές, λοιπόν, οι λήψεις από το ευρωπαϊκό οδοιπορικό του Τάκη Τλούπα παρουσιάζονται –κάποιες για πρώτη φορά– στην έκθεση «Μία άλλη Ευρώπη – Τάκης Τλούπας» που εγκαινιάζεται στις 2 Οκτωβρίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, σε επιμέλεια της κόρης του, Βάνιας Τλούπα. Φωτογράφος και η ίδια, διατηρεί στον ίδιο ακριβώς χώρο στη Λάρισα το φωτογραφείο του, τις μηχανές, το πολύτιμο υλικό του και επί δεκαετίες παλεύει με τη διάσωση και αρχειοθέτησή του.

«Δεν μπορώ να πω τι είναι φωτογραφία, μπορώ να πω όμως πως με γοητεύουν οι ομίχλες, όπως και οι αντικατοπτρισμοί, τα καθρεφτίσματα και οι αντανακλάσεις. Με συναρπάζουν τα παιχνίδια με το φως. Σίγουρα η φωτογραφία είναι φως, αλλά και άλλα πολλά».

Σε εκείνη την ίδια γειτονιά ξεκίνησαν όλα. Ο Τ. Τλούπας γεννήθηκε στη Λάρισα τον Γενάρη του 1920 και η καταγωγή του ήταν από τη Σελίτσανη του Κίσσαβου. Ο παππούς του ήταν χαλκουργός και ο πατέρας του ξυλουργός. Με τα δικά του εργαλεία άρχισε να συνομιλεί με το ξύλο. Από εκείνον μαθαίνει την τέχνη την οποία εξασκεί μέχρι την Κατοχή.

Στην αρχή ασχολήθηκε με το σκάλισμα των επίπλων, αφού η ξυλογλυπτική τού εξασφάλιζε ένα άνετο μεροκάματο. Ήταν δεινός κατασκευαστής και μάστορας. Δούλευε το ξύλο και την πέτρα για να αποτυπώσει πάνω τους εικόνες μυστήριες, έφτιαχνε εργαλεία όμοια με εκείνα των προϊστορικών γεωργών, δημιουργούσε μικρά έπιπλα και προθήκες για να χαρίζει στην οικογένειά του και να συγκεντρώνει στα ράφια τους τις αρχαιότητες που μάζευε από τις περιπλανήσεις του.

«Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σ’ ένα σπίτι απλό, ζεστό, φωτεινό και πάνω απ’ όλα ανθρώπινο. Ανοιχτό σε όλους, φίλους, συγγενείς, Λαρισαίους, μα κι απ’ όλη την Ελλάδα, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Δεν πέρασε ούτε μέρα χωρίς φιλοξενούμενο στο τραπέζι μας. Όλο και κάποιος ερχόταν για να δει τον Τάκη και να γευτεί τα φημισμένα μεζεδάκια της μαμάς. Σ’ ένα σπίτι το οποίο στην κυριολεξία βρισκόταν μέσα στο μαγαζί. Μεγαλώσαμε τριγυρισμένες απ’ τα έργα του αλλά και από την αγάπη του για τη ζωή», λένε οι κόρες του, Βάνια και Χριστίνα Τλούπα.

«Ο παππούς μου ήταν φημισμένος για τις πολύ γερές σβούρες που έφτιαχνε. Τα παιχνίδια για τα παιδάκια τότε ήταν ελάχιστα. Έκαναν ουρά τα πιτσιρίκια για να τις πάρουν. Όλη η Λάρισα περνούσε από το μαγαζί», θυμάται η Β. Τλούπα.

«Ο μπαμπάς, από την άλλη, επίσης μάστορας φοβερός, τρομερά ευφάνταστος και με αίσθηση της εργονομίας, όταν εγκατέλειψε την ξυλουργική ασχολούταν με το ξύλο σαν χόμπι, μόνο για να φτιάχνει πράγματα που ήθελε. Από τα έπιπλα στα σπίτια μας μέχρι μινιατούρα σκάκι με πιόνια σκαλισμένα. Εγώ, η αδερφή μου και όλα του τα εγγόνια έχουν από ένα καρεκλάκι σκυριανό με σκαλίσματα από τα χέρια του».

Σε αυτό το περιβάλλον χώρεσε και η φωτογραφία. Ουσιαστικά, όλα ξεκίνησαν σε μια εκδρομή του Ορειβατικού Συλλόγου στον Παλαιό Παντελεήμονα. Ο πρόεδρος του συλλόγου, ερασιτέχνης φωτογράφος, του δείχνει τη φωτογραφική του μηχανή και ο Τάκης Τλούπας μαγεμένος τον πολιορκεί με ερωτήσεις για τη λειτουργία της.

Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Επιστρέφοντας στη Λάρισα, η απόφαση είχε παρθεί. Αποφασίζει να ξεναγηθεί μόνος του στον μαγικό κόσμο της φωτογραφίας αγοράζοντας την πρώτη του μηχανή, μια Μποξ Τένγκορ. Έμοιαζε με ένα απλό τετράγωνο κουτί, δεν είχε ταχύτητες και διαφράγματα και διέθετε δύο κλίμακες φωτογράφισης, από 1 έως και 3 μέτρα και από 3 μέτρα έως το άπειρο.

Ο παππούς του ήταν χαλκουργός και ο πατέρας του ξυλουργός. Με τα δικά του εργαλεία άρχισε να συνομιλεί με το ξύλο. Από εκείνον μαθαίνει την τέχνη την οποία εξασκεί μέχρι την Κατοχή. Στην αρχή ασχολήθηκε με το σκάλισμα των επίπλων, αφού η ξυλογλυπτική τού εξασφάλιζε ένα άνετο μεροκάματο.

Αποφασίζει να ελαττώσει όλες αυτές τις δουλειές που τον «σκότωναν» και να κάνει αυτό που πάντα ήθελε: να περιπλανιέται στην ύπαιθρο.

Συγχρόνως, πέφτει στα χέρια του ένα περιοδικό της εποχής, «Ο Θεατής», η θεματολογία του οποίου περιελάμβανε οδηγίες για τις τεχνικές λήψης της φωτογραφίας και βοηθούσε τους ερασιτέχνες.

Φωτογραφίζει πρώτα την αδερφή του, την Αυγή, και με βοηθό τον αδερφό του, Φιλόλαο (τον περίφημο γλύπτη που ζούσε στο Παρίσι), συμβουλευόμενος τον «Θεατή», εμφανίζει το φιλμ. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαρδιωτικά στην αρχή. Δεν απογοητεύεται όμως, συνεχίζει την προσπάθεια. Έρχεται σε επαφή με επαγγελματίες φωτογράφους, μαθαίνει να υπολογίζει τους χρόνους εμφάνισης των φιλμ και να προσέχει ιδιαιτέρως τον φωτισμό. Τα θετικά αποτελέσματα δεν αργούν να έρθουν, το πάθος του για τη φωτογραφία μεγαλώνει και αρχίζουν πλέον να εμφανίζονται τα θέματα που του ταιριάζουν.

Μετά τον πόλεμο, λοιπόν, αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία και ανοίγει στη Λάρισα το φωτογραφείο του. «Το ξυλουργείο, που στην ουσία ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού, γίνεται πια φωτογραφείο. Στην αρχή, μάλιστα, σε μια γωνιά του ξυλουργείου είχε κάνει σαν μια βιτρινούλα και έβαζε κάποιες φωτογραφίες. Συνυπήρχαν τα εργαλεία του ξυλουργείου με τις μηχανές. Κάπως έτσι ξεκίνησε το 1945, από την αυλή του σπιτιού μας», λέει η Β. Τλούπα. «Τον πρώτο καιρό λειτουργίας του φωτογραφείου, φωτογράφιζε τους ανθρώπους της Λάρισας και τα συνηθισμένα θέματα της εποχής για βιοπορισμό. Δεν ήταν ανεπτυγμένη η τέχνη της φωτογραφίας – ποιος είχε μηχανές; Έπρεπε για όλα να πας στον φωτογράφο. Από τον φακό του πέρασε όλη η μεταπολεμική Λάρισα: οικογένειες, αρραβώνες, γονείς που έφερναν τα παιδάκια τους ή το σόι ολόκληρο – φωτογραφίες που τότε έλεγαν εβδομαδιαίες. Όλοι στέκονταν σε εκείνη την περίφημη αυλή για ένα πορτρέτο».

Μία από τους εκατοντάδες που στάθηκαν ως παιδιά στον φακό του και ήταν η Ραχήλ Μισδράχη-Καπόν, που δεκαετίες αργότερα έγινε εκδότριά του. «Τον Τάκη δεν τον γνώρισα, με γνώρισε πρώτος εκείνος όταν οι γονείς μου, περήφανοι για το πρώτο τους παιδί, με πήγαν στον καλύτερο φωτογράφο της Λάρισας για να απαθανατίσει το μωρό τους. Από τότε και για πολλά χρόνια, η μητέρα μου με πήγαινε συχνά στον Τάκη, στην ωραία αυλή του με τα λουλούδια, τα κιονόκρανα και τα κεντητά μαξιλάρια της μητέρα του για να με φωτογραφίσει», γράφει σε ένα από τα λευκώματά του που έχει εκδώσει.

Ωστόσο, ένα ταξίδι που κάνει στο Παρίσι το 1952 γίνεται η αφορμή για να αναθεωρήσει τις απόψεις του για το καθημερινό του μεροκάματο, κι έτσι επιστρέφοντας αποφασίζει να ελαττώσει όλες αυτές τις δουλειές που τον «σκότωναν» και να κάνει αυτό που πάντα ήθελε: να περιπλανιέται στην ύπαιθρο.

Έπρεπε, όμως, να βρει τον τρόπο να μετακινείται. Αγοράζει τη θρυλική του βέσπα, τον «συνοδοιπόρο» του στην πιο μεγάλη περιπέτεια της ζωής του, κι αρχίζει το ταξίδι του. Ξεκίνησε από τη Θεσσαλία και συνέχισε σε ολόκληρη την Ελλάδα: από τον Πηνειό και τη λίμνη Κάρλα μέχρι τη Σκόπελο και την Κρήτη. Συγχρόνως, η φήμη του ως φωτογράφου τον καθιστά μέλος των αποστολών που πραγματοποιούσαν φωτογραφίσεις για λογαριασμό του Ερυθρού Σταυρού, της Μηχανικής Καλλιέργειας και του Δασαρχείου.

«Πήγαινε παντού όπου τον ζητούσαν: νομαρχίες, δασικές υπηρεσίες, ανοίγματα δρόμων, κατασκευές γεφυρών, μεγάλα έργα οδοποιίας… Έκανε φωτογραφίσεις για δημόσιες υπηρεσίες γιατί απολάμβανε τη διαδρομή και κυρίως γιατί με τα τζιπ τους μπορούσε να φτάσει σε μέρη απάτητα, που δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να κατακτήσει. Τελείωνε με τις υποχρεώσεις της υπηρεσίας και μετά έλεγε: “Ωραία, μια που ήρθα, κάτσε να βγάλω και τα δικά μου”».

Καταλάβαινε άραγε ότι οι λήψεις του δεν ήταν απλή φωτογραφία, αλλά υψηλή τέχνη; «Αστειεύεσαι; Δεν ήταν τέτοιος ο άνθρωπος. Τι υψηλή τέχνη; Εδώ έρχονταν κριτικοί και έκαναν αναλύσεις στις φωτογραφίες του κι εκείνος απορούσε: “Πού τα βλέπουν όλα αυτά; Δεν καταλαβαίνω”. Έρχονταν ειδικοί στο μαγαζί έκαναν σημειολογικές αναλύσεις κι ήταν φορές που τον καταλάβαινα από τον τρόπο που τους κοιτούσε. Ήταν σαν να λέει: “Τι να πω;”. Για εκείνον όλα ήταν βίωμα, δεν μπορούσε να το εκλογικεύσει».

Το 1960, αντικαθιστά τη βέσπα με το θρυλικό του 2CV και περιπλανιέται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Φτάνει ως τον Όλυμπο, όπου φωτογραφίζει ακόμη και τις πιο δύσβατες περιοχές του.

Η περιπλάνηση στάθηκε ιδιαίτερα δημιουργική. Με την ιδιαίτερη αγάπη του για το ασπρόμαυρο φιλμ αποτυπώνει πάνω από 30.000 θέματα με ό,τι τον ευχαριστεί και τον συγκινεί. Τον Θεσσαλικό Κάμπο με τους ξωμάχους του να οργώνουν τα χωράφια τους και να θερίζουν τα σπαρτά τους. Τις νομαδικές φυλές των κτηνοτρόφων να μετακινούνται με τα κοπάδια τους. Το Πήλιο χιονισμένο αλλά και ανθισμένο, τις ομορφιές του Πηνειού, τα μαγευτικά Τέμπη, τα Μετέωρα και το Άγιο Όρος, την Πίνδο, τη Σκόπελο, την Κρήτη. Τον Όλυμπο και τον Κίσσαβο, τα δυο πανέμορφα βουνά μας που το καθένα προσπαθούσε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του, προκαλώντας τον να το επισκεφθεί – μαγευόταν από τις ομορφιές τους κάθε εποχή. Τη λίμνη Κάρλα με τους ψαράδες και τις ψαροκαλύβες τους – κι όταν την αποξήραναν, ήταν εκεί και αποτύπωσε εκείνες τις μοναδικές εικόνες με την ξεραμένη γη. Όμως η Λάρισα, η πόλη στην οποία γεννήθηκε, έζησε και τόσο αγάπησε, ήταν το θέμα που φωτογράφισε περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου.

«Ο Τάκης Τλούπας έψαχνε με τη φωτογραφική μηχανή του να βρει την αλήθεια, που πολλές φορές περνάει από δίπλα μας κι εμείς δεν την παίρνουμε χαμπάρι. Εκείνος την έβλεπε. Όπου και να ήταν, την έβλεπε. Ήταν ένας αλάνθαστος κυνηγός της αλήθειας», αναφέρει ο Γιώργος Χουρμουζιάδης, καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας, στο λεύκωμα «Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα». «Ήξερε πού να τη βρει, πώς να την πλησιάσει και, χωρίς αυτή να τον παίρνει μυρωδιά, αυτός, τσακ, τη φωτογράφιζε. Κυνηγούσε και φωτογράφισε τις αλήθειες της ζωής, που τις έβρισκε στη φύση, στα ανθρώπινα πρόσωπα, τα κουρασμένα και τα χαρούμενα, τα περίεργα και τα πονεμένα. Και στα πρόσωπα αυτά είχε τον τρόπο να ξεπερνάει τα σχήματα και τη σάρκα και να πιάνει το άπιαστο. Θα το πω και θα φανεί παράξενο: ο Τλούπας από ένα πονεμένο πρόσωπο δεν φωτογράφιζε το πρόσωπο αλλά τον πόνο. Το μεγάλο και το ανεπανάληπτο, όμως, αυτού του αξέχαστου Λαρισαίου φωτογράφου δεν ήταν αυτό που φωτογράφιζε και το τύπωνε το φωτογραφικό χαρτί, ήταν πως καθεμία από αυτές τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του σε παρέπεμπε στον άνθρωπο. Ήταν ένας πηγαίος και αυθόρμητος, ασπούδαστος ανθρωπολόγος».

Πίσω στο φωτογραφείο αλλά και στο σπίτι έμενε η Τούλα, η σύντροφος της ζωής του και μητέρα των κοριτσιών. Μια γυναίκα σπάνια για την εποχή της, ιδιαιτέρως κοινωνική, πάντα μέσα σε όλα, κοσμοπολίτισσα από τις λίγες, φοβερή μαγείρισσα. «Ποτέ δεν παραπονέθηκε, δεν ανησύχησε που εκείνος ακολουθούσε τον μοναχικό του δρόμο των περιπλανήσεων, συχνά δε, σε δύσβατες επικίνδυνες περιοχές», λέει η Β. Τλούπα.

«Η μητέρα μου ήταν η πρώτη γυναίκα που οδηγούσε βέσπα εδώ στη Λάρισα. Την έχω φωτογραφίες που είναι έγκυος στην αδερφή μου και οδηγεί εκείνη τη βέσπα με τον μπαμπά από πίσω».

«Οι γονείς μου ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι που κούμπωσαν κι άνοιξαν ο ένας το μυαλό του άλλου. Η μητέρα μου ήταν η πρώτη γυναίκα που οδηγούσε βέσπα εδώ στη Λάρισα. Την έχω φωτογραφίες που είναι έγκυος στην αδερφή μου και οδηγεί εκείνη τη βέσπα με τον μπαμπά από πίσω. Γυναίκα από άλλη εποχή, από άλλη χώρα, από άλλη πόλη. Δεν ήταν η μικροαστή που θα τον κρατούσε πίσω. Στυλάτη, γενναιόδωρη και κοινωνική, με κοντό αγορέ μαλλί και τσιγάρο στο χέρι, ταξίδευε μαζί του, έφερνε γαλλικά βιβλία και μαγείρευε γαλλική κουζίνα απ’ το ’50, έφτιαχνε μεζέδες και έστηνε τραπέζια για όποιον περνούσε από το μαγαζί και το σπίτι. Μια τρομερή γυναίκα για την οποία ο μπαμπάς καμάρωνε συνεχώς».

Ο Τ. Τλούπας, από την άλλη, ήταν λιγομίλητος, «κλειστός» άνθρωπος. Σπανίως εκδηλωνόταν. Αντιπαθούσε τις βαθυστόχαστες αναλύσεις, ήταν απλός και ολιγαρκής αλλά και γενναιόδωρος σε αγάπη και ευαισθησία. Προοδευτικός και πρωτοπόρος. Κοιτούσε πάντα τον ορίζοντα κι είχε πάντα το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον.

«Όμως ένα βλέμμα, μια κίνηση, ένα νεύμα του, ήταν το παν. Μάθαμε πράγματα που δεν διδάσκονται στα σχολεία. Να παρατηρούμε τα πάντα γύρω μας με μοναδική ευαισθησία, τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, τα σύννεφα στη δύση, τα χρώματα του δάσους το φθινόπωρο, τα μανιτάρια, μα πιο πολύ τον άνθρωπο», λένε σήμερα οι κόρες του.

«Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές έβλεπα πράγματα που δεν έβλεπαν οι άλλοι και που ένιωθα πως θα χαθούν», έλεγε. «Πολλές από τις αγροτικές εργασίες, που δεν είχαν διαφοροποιηθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, ραγδαία άρχισαν να μεταβάλλονται. Η εφαρμογή της τεχνολογίας ήταν πλέον πραγματικότητα. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η αγωνία της απαθανάτισης. Η συνεχιζόμενη φθορά που παρατηρούσα γύρω μου αποτέλεσε επίσης την αιτία για να φωτογραφίσω τα έργα των ανθρώπων. Ένιωθα ότι θα γίνουν καταστροφές, ότι θα χαθεί ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έβλεπα σε κάποιες εκκλησίες και μοναστήρια λεπτομέρειες αρχιτεκτονικές τις οποίες δεν τις έβλεπαν οι ειδικοί κι έλεγα πως θα μπορούσαν να διασωθούν έστω ως εικόνες στη μνήμη των ανθρώπων. Ίσως τελικά να μην ήθελα να διασώσω μόνο την εικόνα του κτίσματος, αλλά εκείνη την αγωνία του μάστορα για το δημιούργημά του και για την πορεία του στο πέρασμα του χρόνου».

Καταλάβαινε, άραγε, πότε έχει τραβήξει μία πολύ μεγάλη φωτογραφία; «Δεν θεωρούσε ποτέ τις φωτογραφίες του σπουδαίες. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Ήταν πολύ απλός και φειδωλός στις κουβέντες του. Δεν τον είχα ακούσει ποτέ να πει: “Πω πω, τι φωτογραφία έχω βγάλει, ρε παιδί μου. Μετά βίας θα παραδεχόταν: “Να, σε αυτήν τη φωτογραφία μου άρεσε πολύ το φως”», παραδέχεται η Β. Τλούπα.

Ένα άλλο στοιχείο της ζωής του Τ. Τλούπα, που λίγοι γνωρίζουν, είναι η αγάπη του για την προϊστορική αρχαιολογία. Περπατούσε με τις ώρες πάνω στις θεσσαλικές μαγούλες –έτσι λέγονται στη Θεσσαλία οι μικροί λόφοι που σχηματίζονται από τα κατάλοιπα της ζωής των προϊστορικών ανθρώπων– και μάζευε ειδώλια καταγράφοντας, σαν κανονικότατος αρχαιολόγος, την ακριβή τοποθεσία εντοπισμού. Και στο τέλος, όλη αυτήν τη συλλογή τη δώρισε το 1992 στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λάρισας.

Χειμώνας στο Καστράκι, Μετέωρα, 1968

«Ήταν ένας φανατικός, παράνομος αρχαιοσυλλέκτης. Και χαιρόταν αυτή την παρανομία όπως χαίρεται ένας παράνομος εραστής που ενώ δεν ομολογεί τα αισθήματά του, ζει με αυτά», έγραφε ο Γιώργος Χουρμουζιάδης. «Έναν τέτοιο χαρακτήρα είχε η σχέση του με τα αρχαία αντικείμενα: ερωτικό. Μπορεί να μην τα καταλάβαινε, αλλά τα αισθανόταν. Τα φωτογράφιζε, τα ταξινομούσε μέσα σε κομψές βιτρινούλες που κατασκεύαζε ο ίδιος και περνούσε ώρες μαζί τους».

Δύο χρόνια μετά, το 1994, το υπουργείο Πολιτισμού τον τίμησε μαζί με πενήντα προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών για την προσφορά του στην πολιτιστική ζωή. Μάλιστα, το 2024 –21 χρόνια μετά τον θάνατό του– θεσμοθετήθηκε από την Περιφέρεια Θεσσαλίας διεθνής διαγωνισμός φωτογραφίας, το «Tloupas Path», τιμώντας το φωτογραφικό έργο του και δίνοντας έμπνευση σε καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο.

Όσο για τις φωτογραφίες του, οι χιλιάδες λήψεις μιας ζωής βαραίνουν πια τις πλάτες της Β. Τλούπα, που έχει την ευθύνη να διασώσει τη δουλειά ενός ανθρώπου, από τα αρνητικά του οποίου περνά η κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική αλλά και περιβαλλοντική εξέλιξη αυτού του τόπου.

«Ένιωθα από πολύ μικρή αυτή την ευθύνη. Ο μπαμπάς μου με έκανε στα 50, άρα είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Τελειώνοντας τις σπουδές είχα ένα επιπρόσθετο άγχος να επιστρέψω κατευθείαν γιατί με καλούσε το καθήκον του αρχείου του. Είχα πάντα την έγνοια αν θα προλάβω. Η παλέτα του αρχείου είναι τεράστια και έχει αξία ανθρωπολογική, τεχνολογική, οικολογική, κοινωνική. Τι θα απογίνει όλο αυτό το υλικό; Δεν θέλω να καταλήξει απλώς στα συρτάρια ενός ιδρύματος. Πρέπει να αρχειοθετηθεί, να αξιοποιηθεί επιστημονικά και να είναι προσβάσιμο».

Μπορούμε, άραγε, να υπολογίσουμε για τι αριθμό φωτογραφιών μιλάμε; «Ούτε κατά προσέγγιση, διότι τραβούσε και τύπωνε μόνο αυτές που του έκαναν εντύπωση, που ήθελε να μας δείξει, να μοιραστεί. Οι υπόλοιπες έμεναν στο σκοτάδι. Ούτε καν κόντακτ δεν έκανε για να έχουμε σήμερα μια συνολική εικόνα. Τα κουτιά που δεν έχω ανοίξει ακόμα, και δεν πρόκειται να προλάβω να ανοίξω, είναι άπειρα. Εδώ και 35 χρόνια προσπαθώ να τον κρατάω στην επικαιρότητα, να ψηφιοποιώ, να τεκμηριώνω ακόμα κι όπου δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία να με βοηθήσουν. Αυτή είναι δουλειά ισοβίτη. Αλλά εγώ έφτασα πια 56 και μια ζωή δεν φτάνει. Ό,τι μπορώ έκανα».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Facebook
Twitter/X
Telegram
Pocket
Email
Εκτύπωση
  • Ακολουθήστε το LarissaPress στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα άρθρα που δημοσιεύονται!

Περισσότερα από την κατηγορία

Λάρισα

Παράδοση και σύγχρονη δημιουργία συναντώνται στην έκθεση «27+26 Ίχνη χειρός για ένα Μουσείο» (φωτό-βίντεο)

18/09/2026, 19:54
Δήμοι Ν. Λάρισας

Δημιουργία θεατρικής ομάδας από τον Δήμο Τυρνάβου

18/09/2026, 13:25
Πολιτισμός

«Πάτρια Εδάφη»: Μια νέα γενιά ηθοποιών συναντά τη ζωντανή παράδοση

18/09/2026, 12:29
Πολιτισμός

TLOUPAS PATH 2026: Η «Αναγέννηση» μέσα από τον φωτογραφικό φακό

18/09/2026, 12:11
Βιβλίο

Στη Λάρισα παρουσιάζεται η βιογραφία του Βασίλη Σκουλά

18/09/2026, 12:10
Δήμοι Ν. Λάρισας

Τραγουδάμε Στ. Κουγιουμτζή στο Μουσείο Θεσσαλικής Ζωής

18/09/2026, 10:20
Διεύθυνση: Γιαννιτσιώτη 1, 41222, Λάρισα
Τηλέφωνο: 2411117700
Email: news@larissapress.gr & adv@larissapress.gr
Μέλος του eMedia - ΑΜ: 14317

Η επιχείρηση LIBERTY IKE ως δικαιούχος του ιστοτόπου larissapress.gr δηλώνει ότι είναι συμμορφωμένη με τη σύσταση (Ε.Ε.) 2018//334 της επιτροπής της 1/3/2018 σχετικά με μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο.

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του περιεχομένου, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.

Ταυτότητα // Όροι χρήσης // Πολιτική Cookies // Πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων

© 2019 - 2025 LarissaPress - Powered by ITBox, Art direction Cursor Design Studio

  • Επικαιρότητα
    • Λάρισα
    • Τα Νέα της Βουλής
    • Θεσσαλία
    • Δήμοι Ν. Λάρισας
    • Ελλάδα
    • Πολιτική 
    • Οικονομία
    • Κόσμος
    • Αγροτική Οικονομία
    • Αγορά ακινήτων
    • Εκπαίδευση
  • Ρεπορτάζ
    • Πρόσωπα
    • Λοξή ματιά
    • Λάρισα – Εμπιστευτικό
    • Κουίζ
    • Αστικές … Διαθλάσεις
  • Απόψεις
    • Λαρισαίοι
    • Αρθρογραφία
  • Πολιτισμός
    • Πολιτισμός
    • Κινηματογράφος
    • Βιβλίο
    • Εικαστικά
    • Γεύση
    • Καφές
    • Τέχνες
      • Θέατρο
  • Μέλλον
    • Αθλητισμός
    • Υγεία
    • Περιβάλλον
    • Επιστήμη
    • Τεχνολογία
  • Έξοδος
    • Έξοδος
    • Ταξίδια
    • Αυτοκίνητο
    • Ομορφιά και Περιποίηση
  • WebTV
  • Podcasts
No Result
View All Result