Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει με ένταση και η συζήτηση για τις τιμές των καυσίμων στην Ελλάδα μπαίνει ξανά στο επίκεντρο.
Η κυβέρνηση ετοιμάζει μέτρα στήριξης, με τις μέχρι τώρα πληροφορίες να κάνουν λόγο για παρεμβάσεις περίπου 200 εκατ. ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου ενώ ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε σήμερα «εθνική παρέμβαση για το πετρέλαιο θέρμανσης».
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει ένα λίτρο βενζίνης ή ντίζελ. Είναι πόσα λίτρα μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον μισθό του.
Και σε αυτή τη σύγκριση η ελληνική εικόνα γίνεται πολύ πιο δύσκολη. Η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη υψηλότερη τιμή βενζίνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ταυτόχρονα έχει τον χαμηλότερο μέσο μικτό μισθό μεταξύ των έξι χωρών με την ακριβότερη βενζίνη.
Η Ελλάδα στην έκτη θέση της ακρίβειας στη βενζίνη
Τα στοιχεία του Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις 14 Σεπτεμβρίου δείχνουν μέση τιμή αμόλυβδης 2,158 ευρώ το λίτρο στην Ελλάδα. Η τιμή αυτή κατατάσσει τη χώρα έκτη μεταξύ των 27 κρατών-μελών, πίσω από τη Δανία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία και τη Γαλλία.
Η ελληνική τιμή βρίσκεται περίπου 9,5 λεπτά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στο ντίζελ η θέση είναι καλύτερη, καθώς η τιμή των 2,122 ευρώ το λίτρο κατατάσσει την Ελλάδα στη 12η θέση, ενώ βρίσκεται περίπου 3,7 λεπτά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι έχει σε κάθε περίπτωση την υψηλότερη τιμή στην αντλία. Είναι ότι η τιμή αυτή συναντά ένα εισόδημα αισθητά χαμηλότερο από εκείνο των περισσότερων χωρών που βρίσκονται στην ίδια κατηγορία ακρίβειας.
Η ίδια ποσότητα βενζίνης, πολύ διαφορετική επιβάρυνση
Ο μέσος μικτός ετήσιος μισθός στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στη σύγκριση, ανέρχεται σε 17.954 ευρώ ή περίπου 1.496 ευρώ τον μήνα. Στη Γαλλία φτάνει τα 43.790 ευρώ τον χρόνο, ενώ στη Γερμανία τα 53.791 ευρώ. Στη Δανία ανέρχεται σε 71.565 ευρώ.
Η διαφορά αποτυπώνεται πολύ καθαρά στην αγοραστική δυνατότητα.
Με έναν μέσο μικτό μηνιαίο μισθό, στην Ελλάδα αγοράζονται θεωρητικά περίπου 675 λίτρα βενζίνης. Στη Γαλλία 1.200 λίτρα, στη Γερμανία 1.230, στη Φινλανδία 1.370, στην Ολλανδία περίπου 1.343και στη Δανία 1.450 λίτρα.
Έτσι, η Δανία έχει ακριβότερη βενζίνη από την Ελλάδα, αλλά ο μέσος μισθός εκεί αντιστοιχεί σε 3,36 φορές περισσότερα λίτρα. Στη Γαλλία, όπου η τιμή της βενζίνης είναι σχεδόν ίδια με την ελληνική, η αντίστοιχη αγοραστική δυνατότητα είναι 2,42 φορές μεγαλύτερη.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά χάνεται όταν η συζήτηση περιορίζεται στην τιμή ανά λίτρο. Για έναν Έλληνα εργαζόμενο, το κόστος των καυσίμων καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

Τα 50 λίτρα που δείχνουν τη διαφορά
Ένα γέμισμα 50 λίτρων βενζίνης στην Ελλάδα κοστίζει περίπου 108 ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί στο 7,2% του μέσου μικτού μηνιαίου μισθού.
Στη Δανία, τα ίδια 50 λίτρα κοστίζουν περίπου 128 ευρώ. Ωστόσο, αντιστοιχούν μόλις στο 2,15% του μέσου μηνιαίου μισθού.
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι η ακριβότερη βενζίνη παύει να αποτελεί πρόβλημα για τον Δανό καταναλωτή. Δείχνει όμως πόσο διαφορετικά μεταφράζεται η ίδια διεθνής ενεργειακή κρίση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς ανάλογα με το επίπεδο των εισοδημάτων.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου η χρήση του αυτοκινήτου συνδέεται σε πολλές περιπτώσεις με την εργασία και τις καθημερινές μετακινήσεις.
Στο ντίζελ η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο έντονη
Στο ντίζελ η Ελλάδα βρίσκεται στη 12η θέση μεταξύ των ακριβότερων χωρών, με τιμή 2,122 ευρώ το λίτρο. Ωστόσο, και εδώ ο χαμηλός μέσος μισθός αλλάζει δραστικά την εικόνα.
Στην Ελλάδα ένας μέσος μικτός μισθός αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου 705 λίτρα ντίζελ. Στο Λουξεμβούργο, όπου η τιμή είναι σχεδόν ίδια, αντιστοιχεί σε 3.257 λίτρα. Δηλαδή, η αγοραστική δυνατότητα ως προς το ντίζελ είναι περίπου 4,6 φορές μεγαλύτερη.
Ακόμη και η Πορτογαλία, όπου το ντίζελ κοστίζει ελαφρώς περισσότερο από την Ελλάδα, έχει μέσο μισθό που αντιστοιχεί σε περίπου 961 λίτρα, δηλαδή περίπου 36% περισσότερα από όσα μπορεί να αγοράσει ο αντίστοιχος ελληνικός μισθός.
Η διαφορά βρίσκεται στους φόρους
Η σύγκριση των ευρωπαϊκών πολιτικών δείχνει και μια δεύτερη παράμετρο: τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις επιλέγουν να αντιμετωπίσουν την άνοδο των τιμών.
Η Μάλτα διατηρεί διοικητικά σταθερές τις τιμές με κρατική στήριξη. Η Σουηδία μείωσε προσωρινά τους φόρους βενζίνης και ντίζελ. Η Κύπρος και η Ουγγαρία κινήθηκαν επίσης προς τα κατώτατα επίπεδα των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιτρέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η Σλοβενία συνδύασε μειωμένους φόρους με ρυθμιζόμενες τιμές, ενώ η Ισπανία επέλεξε στοχευμένη επιδότηση 20 λεπτών το λίτρο για συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες.
Η Ελλάδα ακολούθησε πιο περιορισμένη παρέμβαση στην αντλία, με έμφαση κυρίως στην επιδότηση του ντίζελ. Παράλληλα, ο ΕΦΚ της βενζίνης παραμένει στα 70 λεπτά το λίτρο, έναντι ευρωπαϊκού ελάχιστου 35,9 λεπτών, σύμφωνα με τα στοιχεία του υλικού.
Η επιδότηση στην αντλία και το όριο της
Εδώ βρίσκεται και το βασικό ερώτημα ενόψει των κυβερνητικών ανακοινώσεων.
Μια επιδότηση 10 ή 15 λεπτών το λίτρο μπορεί να μειώσει προσωρινά την τελική τιμή. Όταν όμως η διεθνής τιμή ανεβαίνει συνεχώς, ένα μέρος ή ακόμη και το σύνολο της ενίσχυσης μπορεί να απορροφηθεί από τις νέες αυξήσεις.
Παράλληλα, μια οριζόντια παρέμβαση έχει διαφορετική αξία για έναν καταναλωτή με υψηλό και για έναν καταναλωτή με χαμηλό εισόδημα. Τα ίδια 10 λεπτά ανά λίτρο δεν έχουν την ίδια οικονομική σημασία για όλους.
Αυτό είναι ίσως το βασικό πολιτικό και οικονομικό δίλημμα της επόμενης φάσης: αν η παρέμβαση περιοριστεί στην τιμή της αντλίας ή αν επιχειρήσει να αντιμετωπίσει και το εισοδηματικό σκέλος της ακρίβειας.
Το πραγματικό μέγεθος της ελληνικής πίεσης
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία είναι συγκεκριμένη. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνη της απέναντι στην ενεργειακή κρίση και δεν έχει σε κάθε καύσιμο την υψηλότερη τιμή στην Ευρώπη. Βρίσκεται όμως σε έναν ιδιαίτερα δυσμενή συνδυασμό: υψηλή τιμή βενζίνης, σχετικά υψηλή τιμή ντίζελ και χαμηλό μέσο εισόδημα.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τα καύσιμα δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν η τιμή θα μειωθεί κατά 10 ή 15 λεπτά. Η ουσία είναι η σχέση τιμής και εισοδήματος.
Αν το πετρέλαιο θέρμανσης βγει στην αγορά έως και 70% ακριβότερο από πέρυσι, όπως εκτιμάται , τότε η πίεση δεν θα περιοριστεί στους οδηγούς. Θα περάσει στην οικιακή θέρμανση, στις μεταφορές, στις επιχειρήσεις και τελικά στο κόστος μιας μεγάλης γκάμας προϊόντων και υπηρεσιών.
























