Νέο μήνυμα προς την ελληνική κυβέρνηση στέλνει ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, με αφορμή την απόφαση των κυπριακών αρχών να τερματίσουν την έρευνα για την υπόθεση του λεγόμενου «μαύρου βαν».
Σε αποκλειστική γραπτή δήλωσή του στον Alpha Κύπρου, ο ισραηλινός επιχειρηματίας δηλώνει ικανοποιημένος από την εξέλιξη, υποστηρίζοντας ότι η σύνδεση της κυπριακής υπόθεσης με την υπόθεση των παρακολουθήσεων στην Ελλάδα στηρίχθηκε σε «ένα αφήγημα και όχι στα πραγματικά περιστατικά».
Ο Ταλ Ντίλιαν υποστηρίζει ακόμη ότι τα «πραγματικά περιστατικά» και τα «αποδεικτικά στοιχεία» θα εξεταστούν στο πλαίσιο των διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ελλάδα, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι αυτό θα οδηγήσει στην «αποκατάσταση της φήμης μου και στην αποκάλυψη της αλήθειας».
«Η επανάληψη δεν συνιστά απόδειξη»
Ο ιδρυτής της Intellexa αναφέρεται στην έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Κύπρο για την υπόθεση του «μαύρου βαν», σημειώνοντας ότι το ζήτημα εξετάστηκε εκ νέου από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς.
«Οι καταγγελίες που αφορούσαν την υπόθεση του λεγόμενου “μαύρου βαν” διερευνήθηκαν εις βάθος στην Κύπρο πριν από πέντε με έξι χρόνια. Το ζήτημα επανεξετάστηκε πρόσφατα, σε ανεξάρτητη βάση, από μια έγκριτη αρχή κατά της διαφθοράς, η οποία επιβεβαίωσε εκ νέου ότι δεν υπάρχει βάση ή ανάγκη για περαιτέρω έρευνα», αναφέρει.
Ο ίδιος δηλώνει ότι «χαιρετίζει και σέβεται τον επαγγελματισμό και την ανεξαρτησία των κυπριακών αρχών», καθώς και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν μετά την έρευνα.
Στρέφοντας το βλέμμα στην Ελλάδα, υποστηρίζει ότι η απόφαση των κυπριακών αρχών θα απογοητεύσει όσους επιχείρησαν να συνδέσουν τις δύο υποθέσεις.
«Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτή η σαφής απόφαση θα απογοητεύσει όσους στην Ελλάδα ήλπιζαν να συνδέσουν τις δύο υποθέσεις, βασιζόμενοι σε ένα αφήγημα και όχι στα πραγματικά περιστατικά», αναφέρει. Kαι προσθέτει: «Η επανάληψη δεν συνιστά απόδειξη, και οι πολιτικές ή επικοινωνιακές πιέσεις δεν μπορούν να μεταβάλουν τα πραγματικά δεδομένα».
Ο Ταλ Ντίλιαν υποστηρίζει ότι η απόφαση στην Κύπρο αποτελεί «ένα σημαντικό πρώτο βήμα για να καταλαγιάσει ο “θόρυβος” που έχει δημιουργηθεί». Παράλληλα, δηλώνει πεπεισμένος ότι, καθώς οι διαδικασίες στην Ελλάδα προχωρούν, τα στοιχεία που θα εξεταστούν θα συμβάλουν στην αποκατάσταση της φήμης του.
«Παραμένω πεπεισμένος ότι, καθώς οι διαδικασίες στην Ελλάδα προχωρούν, τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία θα τύχουν της δέουσας εξέτασης και θα συμβάλουν στην αποκατάσταση της φήμης μου και στην αποκάλυψη της αλήθειας σχετικά με τις κατηγορίες που διατυπώνονται εναντίον μου και των άλλων τριών κατηγορουμένων», σημειώνει.
Στο τέλος της δήλωσής του, πάντως, ανεβάζει περαιτέρω τους τόνους, αφήνοντας αιχμές για όσους, όπως υποστηρίζει, επέλεξαν να προωθήσουν συγκεκριμένο «αφήγημα».
«Όσοι βασίστηκαν επί μακρόν σε αυτό το αφήγημα, ενδέχεται τελικά να διαπιστώσουν ότι από τα πραγματικά περιστατικά απορρέει μια εντελώς διαφορετική ιστορία», αναφέρει.
Και καταλήγει: «Κάποιοι ίσως επίσης διαπιστώσουν ότι η αλήθεια, την οποία ήδη γνωρίζουν, είναι ακόμα πιο δύσκολο να συνάδει με το αφήγημα που επέλεξαν να προωθήσουν».
Οι προηγούμενες δηλώσεις Ντίλιαν για το Predator
Η νέα τοποθέτηση του Ταλ Ντίλιαν έρχεται σε συνέχεια προηγούμενων δημόσιων παρεμβάσεών του για την υπόθεση των υποκλοπών στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο, σε συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών», είχε υποστηρίξει ότι η εταιρεία του δεν λειτούργησε το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator στην Ελλάδα, αλλά το πούλησε σε κρατικές υπηρεσίες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν το Μέγαρο Μαξίμου και οι μυστικές υπηρεσίες που παρακολουθούσαν υπουργούς, πολιτικούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς και δημοσιογράφους.
Είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η Intellexa «λειτουργεί αυστηρά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών», παρέχοντας τεχνολογία «μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου», ενώ είχε αρνηθεί ότι η εταιρεία διεξήγαγε δραστηριότητες επιτήρησης ή διατηρούσε λειτουργική πρόσβαση στα συστήματα μετά την παράδοσή τους.
Είχε προηγηθεί, τον Μάρτιο, συνέντευξή του στην εκπομπή «Mega Stories», όπου είχε υποστηρίξει ότι η εταιρεία του παρείχε την τεχνολογία σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου, αμφισβητώντας με αυτόν τον τρόπο την εκδοχή περί αποκλειστικής εμπλοκής ιδιωτών στην υπόθεση των παρακολουθήσεων.
«Λειτουργούμε αυστηρά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών, παρέχοντας τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ουδέποτε έχουμε διεξάγει δραστηριότητες επιτήρησης. Ούτε έχουμε λειτουργική πρόσβαση μετά την παράδοση των συστημάτων», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
























