Μετά τη διακοπή του Αυγούστου, η δίκη για σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη συνεχίζεται σήμερα στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο συγκρότημα ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ.
Στην τελευταία συνεδρίαση, στις 28 Ιουλίου η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας απήγγειλε την κατηγορία για τους 36 κατηγορούμενους και σήμερα αναμένεται να ξεκινήσει το επόμενο δικονομικό στάδιο των υπερασπιστικών ισχυρισμών (αυτοτελείς και αρνητικοί).
Να σημειωθεί ωστόσο πως κάποιοι εκ των συνηγόρων υπεράσπισης ανέπτυξαν ήδη τους ισχυρισμούς τους πριν την απαγγελία της κατηγορίας και έτσι αναμένεται να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο σε αυτό το στάδιο.
Υπενθυμίζεται πως οι 36 κατηγορούμενοι αποτέλεσαν, και ορισμένοι εξ αυτών αποτελούν ακόμη, υψηλόβαθμα στελέχη ή υπάλληλοι διάφορων οργανισμών του ελληνικού σιδηροδρόμου από το 2016 μέχρι το 2023 όπως ΟΣΕ, ΕΡΓΟΣΕ, ΡΑΣ, Υπουργείο Μεταφορών & Υποδομών και Hellenic Train.
Όπως ανακοίνωσε η πρόεδρος της έδρας λίγο πριν ολοκληρωθεί η τελευταία συνεδρίαση, μετά την ολοκλήρωση των ισχυρισμών θα γνωστοποιηθεί η λίστα των μαρτύρων και θα ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία με τις καταθέσεις των πρώτων μαρτύρων που είναι η οικογένεια του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ενός εκ των 57 θυμάτων.
Τι έγινε στις προηγούμενες δικασίμους
Η δίκη τη Δευτέρα συνεχίζεται με κάποια δεδομένα που διαμορφώθηκαν κατά τους πέντε πρώτους μήνες από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 23 Μαρτίου μέχρι την διακοπή στις 28 Ιουλίου.
Η αίθουσα όπου διεξάγεται η δίκη μεγάλωσε σε σχέση με το αρχικό της μέγεθος, οι παριστάμενοι προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι μόνο συγγενείς θυμάτων, επιζήσαντες/τραυματίες και το Ελληνικό Δημόσιο ενώ τα κυριότερα αιτήματα που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την εξέλιξη της δίκης είτε απορρίφθηκαν, είτε κρατήθηκαν για μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας.
Το πρώτο και σημαντικότερο θέμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το δικαστήριο αφορούσε την αίθουσα. Στην πρώτη δικάσιμο, δικηγόροι και συγγενείς θυμάτων διαμαρτυρήθηκαν για το μέγεθος της αίθουσας και τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης. Μετά τις έντονες αντιδράσεις η πρώτη τροποποίηση έγινε με την αφαίρεση γυψοσανίδων και την ενοποίηση του χώρου του φουαγιέ με την κύρια δικαστική αίθουσα.
Η μεγαλύτερη αλλαγή ακολούθησε τον Μάιο όταν το δικαστήριο διέκοψε για ένα μήνα προκειμένου να γίνουν εκτεταμένες αλλαγές στην αίθουσα. Έτσι αφού αφαιρέθηκαν και άλλες γυψοσανίδες από γειτονικά δωμάτια, το συνολικό εμβαδόν της αίθουσας διαμορφώθηκε από τα 283,75 τ.μ. στα 452,01 τ.μ. και προστέθηκαν περισσότερα έδρανα για τους δικηγόρους και καθίσματα για το κοινό.
Αφού διευθετήθηκε το θέμα με την αίθουσα, το επόμενο ζήτημα ήταν οι παραστάσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας. Αρχικά δήλωσαν παράσταση συγγενείς θυμάτων, τραυματίες, Δικηγορικοί Σύλλογοι και το σωματείο μηχανοδηγών ”Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Έλξης”.
Ωστόσο η παράσταση που προκάλεσε την αντίδραση των συγγενών θυμάτων και των συνηγόρων τους ήταν αυτή του Ελληνικού Δημοσίου καθώς -όπως ισχυρίστηκαν- το γεγονός ότι στρέφεται μόνο κατά των τριών κατηγορούμενων σταθμαρχών και του τότε προϊσταμένου του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας της Υπηρεσίας Υποστήριξης Κυκλοφορίας Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδας της Διεύθυνσης Κυκλοφορίας του ΟΣΕ, βγάζει από το “ κάδρο” των ευθυνών τους κατηγορούμενους που ελέγχονται για τα κενά στα συστήματα ασφαλείας.
Τελικά το δικαστήριο απέρριψε τις παραστάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων και του σωματείου και έκανε δεκτή την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου μόνο για το κακούργημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών.
Μετά το στάδιο των δηλώσεων ακολούθησε το στάδιο υποβολής αιτημάτων. Κάποια από αυτά είχαν να κάνουν με την οπτικοακουστική κάλυψη και μετάδοση της δίκης, την κλήση νέων μαρτύρων, την αναβάθμιση των κατηγοριών και την άσκηση διώξεων για νέα αδικήματα. Συγκεκριμένα αιτήματα όπως η κάλυψη της δίκης απορρίφθηκαν ενώ για τα υπόλοιπα που αφορούσαν την αναβάθμιση των κατηγοριών το δικαστήριο επιφυλάχθηκε ανάλογα με την εξέλιξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Τον Ιούλιο υποβλήθηκαν επίσης αιτήματα αναβολής της δίκης από συνηγόρους υπεράσπισης κατηγορουμένων στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ οι οποίοι είναι επίσης κατηγορούμενοι στη δικογραφία που χειρίζεται το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την Σύμβαση 717. Το αίτημα αναβολής μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία απορρίφθηκε όπως απορρίφθηκαν και οι ενστάσεις ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και το αίτημα να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος πρώην προέδρου της ΕΡΓΟΣΕ λόγω εκκρεμοδικίας. Επίσης απορρίφθηκαν οι ενστάσεις απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω δεδικασμένου για συγκεκριμένους κατηγορούμενους της ΕΡΓΟΣΕ.
Οι κατηγορίες
Στις 28 Ιουλίου η εισαγγελέας ξεκίνησε την απαγγελία της κατηγορίας από τον σταθμάρχη της βραδινής βάρδιας, ο οποίος σύμφωνα με το κατηγορητήριο δεν προέβη σε αυτόματη χάραξη και δεν ρύθμισε σωστά χειροκίνητα την κυκλοφορία, ούτε έλεγξε τον τοπικό πίνακα χειρισμού ώστε να βεβαιωθεί ότι η επιβατική αμαξοστοιχία κινείται στην γραμμή ανόδου και όχι στην γραμμή καθόδου. Μαζί με τον σταθμάρχη κατηγορούνται και οι δύο συνάδελφοι του από την απογευματινή βάρδια, οι οποίοι αποχώρησαν πριν την ολοκλήρωση της βάρδιας τους αφήνοντας μόνο του τον σταθμάρχη να ρυθμίσει την κυκλοφορία. Επίσης κατηγορείται ο τότε προϊστάμενος Επιθεώρησης του ΟΣΕ, ο οποίος τοποθέτησε τον σταθμάρχη στη βραδινή βάρδια και ενώ σύμφωνα με το κατηγορητήριο γνώριζε ότι ήταν άπειρος για ένα τέτοιο πόστο.
Για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος κατηγορούνται δύο μέλη της επιτροπής μετατάξεων του ΟΣΕ και ο πρόεδρος του ΟΣΕ που ενέκριναν το 2022 τη μετάταξη του σταθμάρχη στο πλαίσιο της κινητικότητας και ενώ ο ίδιος ξεπερνούσε το ηλικιακό όριο που είχε τεθεί και επιπλέον δεν ήταν ειδικός στον τομέα μεταφορών και οδικής ασφάλειας.
Οι παραλείψεις που αποδίδονται σε δέκα στελέχη του ΟΣΕ, πρώην πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι του Οργανισμού, διευθυντές Διευθύνσεων Σιδηροδρομικών Συστημάτων και γενικοί διευθυντές Γενικής Διεύθυνσης Δικτύου, έχουν να κάνουν μεταξύ άλλων με την μη επισκευή των βλαβών που αφορούσαν τη λειτουργία της σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης στο επίδικο τμήμα του σιδηροδρομικού δικτύου μεταξύ Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας και Σιδηροδρομικού Σταθμού Νέων Πόρων, με την παράλειψη επιβολής εγκυκλίου βραδυπορίας για τον περιορισμό της ταχύτητας των αμαξοστοιχιών στο συγκεκριμένο τμήμα και για την παράλειψη ορισμού δύο σταθμαρχών στη βραδινή βάρδια του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας.
Για 16 στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ -τρεις πρώην πρόεδροι, αντιπρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι ένας διευθυντής Έργων, δύο προϊστάμενοι Διεύθυνσης Έργων, επιβλέποντες μηχανικοί και επιβλέποντες σιδηροδρομικών συστημάτων από το 2016 μέχρι την 28η Φεβρουαρίου του 2023- οι παραλείψεις αφορούν την μη ολοκλήρωση της σύμβασης 717 που είχε ως αντικείμενο την ”Ανάταξη και Αναβάθμιση του συστήματος Σηματοδότησης- Τηλεδιοίκησης και Αντικατάστασης 70 Αλλαγών Τροχιάς σε Εντοπισμένα Τμήματα του Άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας (πλην τμήματος Τιθορέα – Δομοκός)” με τις εφτά συνολικές παρατάσεις που δόθηκαν και μια συμπληρωματική σύμβαση.
Από τους φορείς εποπτείας του ελληνικού σιδηροδρόμου παραπέμφθηκε η πρώην πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων και από το Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών ένας πρώην αναπληρωτής προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών και η τότε προϊσταμένη της Διεύθυνσης Σιδηροδρομικών Μεταφορών. Μερικές από τις παραλείψεις που τους αποδίδονται είναι ότι δεν προέβησαν σε συστάσεις και υποδείξεις στον ΟΣΕ για τη συντήρηση και ανάταξη στο επίδικο κομμάτι του σιδηροδρομικού δικτύου και δεν επέβαλλαν διοικητικές κυρώσεις.
Για τη μη λειτουργία του συστήματος ραδιοεπικοινωνίας GSM-R κατηγορούνται από την Hellenic Train o τότε διευθύνων σύμβουλος και ο τεχνικός διευθυντής της εταιρείας. Οι δύο κατηγορούμενοι της Hellenic Train κατηγορούνται μόνο για τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, της βαριάς σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή και της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή.
Συνολικά 33 κατηγορούμενοι εκτός από τα πλημμελήματα για την ανθρωποκτονία και τις σωματικές βλάβες από αμέλεια αντιμετωπίζουν και το κακούργημα της επικίνδυνης παρέμβασης στη συγκοινωνία μέσων σταθερής τροχιάς με ενδεχόμενο δόλο, με επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και κίνδυνος για ανθρώπους και που είχε ως αποτέλεσμα: α) τον θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, β) τη βαριά σωματική βλάβη περισσότερων ανθρώπων και γ) τη σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, τελεσθείσα και κατ’ εξακολούθηση. Το συγκεκριμένο κακούργημα επιφέρει ποινή μέχρι ισόβια κάθειρξη.
























