Η Ιστιαία, η ζωντανή κωμόπολη και το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της Βόρειας Εύβοιας, κουβαλά μια βαριά ιστορική κληρονομιά που εκτείνεται από τα βάθη της αρχαιότητας μέχρι τη νεότερη Ελλάδα.
Χτισμένη στην καρδιά μιας καταπράσινης, εύφορης πεδιάδας και σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από τη θάλασσα, η πόλη αυτή παντρεύει τη φυσική ομορφιά με τα έντονα σημάδια του παρελθόντος.
Ωστόσο, πίσω από την εμπορική της κίνηση και τη σύγχρονη καθημερινότητα, κρύβεται ένα σημαντικό οικιστικό και αρχιτεκτονικό πρόβλημα: η παραμέληση και εγκατάλειψη των ιστορικών της κτιρίων, τα οποία αποτελούν σιωπηλούς μάρτυρες της παλιάς της αίγλης.
Η ιστορία της Ιστιαίας ξεκινά πολύ πριν από την ομηρική εποχή, καθώς αρχαιολογικά ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή μαρτυρούν την ύπαρξη μεσοελλαδικών οικισμών ήδη από το 2000 π.Χ. Η πόλη γνώρισε τεράστια οικονομική, ναυτική και εμπορική άνθιση κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., ιδρύοντας μάλιστα δικές της αποικίες στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία.
Στα ομηρικά χρόνια, ο Όμηρος στην Ιλιάδα τη χαρακτηρίζει με το περίφημο επίθετο «πολυστάφυλος Ιστιαία», λόγω των εκτεταμένων αμπελώνων της και της πλούσιας παραγωγής κρασιού, ενώ η πόλη συμμετείχε ενεργά και στον Τρωικό Πόλεμο.
Κατά την κλασική και περσική περίοδο, η περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων, ιδιαίτερα με την ιστορική ναυμαχία στο γειτονικό Αρτεμίσιο.
Μετά την αποστασία της από την Αθηναϊκή Συμμαχία το 446 π.Χ., ο Περικλής κατέλαβε την πόλη, εξεδίωξε τους Ιστιαιείς και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους στη διπλανή θέση, δημιουργώντας την πόλη των Ωρεών.
Αργότερα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και μέχρι την απελευθέρωσή της τον 19ο αιώνα, η πόλη μετονομάστηκε και αναφερόταν επίσημα ως Ξηροχώρι, αποτελώντας σημαντικό αγροτικό και εμπορικό κέντρο της οθωμανικής διοίκησης. Το Ξηροχώρι ήταν μάλιστα από τις πρώτες περιοχές της Εύβοιας που ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρκων τον Μάιο του 1821, υπό την καθοδήγηση του οπλαρχηγού Αγγελή Γοβιού, και μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η πόλη ανέκτησε το αρχαίο της όνομα, Ιστιαία.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, η Ιστιαία γνώρισε μια νέα περίοδο αστικής και οικονομικής ανάπτυξης, καθώς στην πόλη εγκαταστάθηκαν έμποροι και τεχνίτες, μεταξύ των οποίων και ξακουστοί μάστορες από τα Αμπελάκια Θεσσαλίας, οι οποίοι έχτισαν εντυπωσιακά διώροφα αρχοντικά, νεοκλασικής και εκλεκτικιστικής μορφολογίας.
Στο βίντεο παρουσιάζεται και το πυργόσπιτο (ή Πύργος) του Φιλάρετου που ορθώνεται στο βορειοανατολικό άκρο της κωμόπολης, πάνω στον δρόμο που οδηγεί προς τον οικισμό του Νεοχωρίου.
Το κτίριο αυτό ανήκε στην οικογένεια Φιλάρετου, η οποία υπήρξε ένας από τους βασικότερους συντελεστές της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής αναβάθμισης της Ιστιαίας αμέσως μετά την απελευθέρωσή της από τον οθωμανικό ζυγό. Από αρχιτεκτονικής άποψης, πρόκειται για ένα εντυπωσιακό λιθόκτιστο οίκημα με φρουριακά χαρακτηριστικά (πυργόσπιτο), το οποίο συνδυάζει την αμυντική δομή της προβιομηχανικής περιόδου με την αστική λειτουργικότητα.
Σε μικρή απόσταση από το οικιστικό κέντρο, η βιομηχανική ιστορία της Ιστιαίας αποτυπώνεται σε ένα πολύ μικρό τμήμα του συγκρότηματος «ΑΔΕΛΚΑ», το οποίο λειτούργησε ως υπερσύγχρονος κυλινδρόμυλος και μακαρονοποιία υπό την ιδιοκτησία των αδελφών Καραγκούνη.
Το συγκρότημα σχεδιάστηκε και λειτούργησε ως ένας υπερσύγχρονος, πλήρως καθετοποιημένος κυλινδρόμυλος και μακαρονοποιία. Η καινοτομία του βασιζόταν στον ενιαίο παραγωγικό και κτιριακό του χαρακτήρα: η εισαγωγή του σιταριού, η άλεση, η μετατροπή σε αλεύρι και σιμιγδάλι, η παραγωγή και η τελική συσκευασία των ζυμαρικών πραγματοποιούνταν στον ίδιο ακριβώς χώρο, χωρίς την ανάγκη ενδιάμεσων μεταφορών.
Η ποιότητα των ζυμαρικών και των αλεύρων που παρήγαγε το εργοστάσιο ήταν τόσο υψηλή, ώστε η επιχείρηση απέσπασε τιμητική βράβευση στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, γεγονός που επισφράγισε την εθνική της εμβέλεια και την καταξίωσή της στην ελληνική αγορά τροφίμων. Εξοπλισμένο με μηχανολογικά συστήματα αιχμής για τα δεδομένα της εποχής, το εργοστάσιο κατάφερε να ανταγωνιστεί μεγάλους βιομηχανικούς κολοσσούς του κλάδου.
Σήμερα, πολλά χρόνια μετά την παύση της λειτουργίας του, το μικρό αυτό τμήμα του εργοστασίου «ΑΔΕΛΚΑ», στέκει σιωπηλό, αποτελώντας ένα ακόμη παραμελημένο βιομηχανικό κουφάρι που περιμένει μια σωστική παρέμβαση ή μια νέα χρήση που θα το επανασυνδέσει με την πολιτιστική ζωή της πόλης.
Στο βίντεο, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Καραγκούνης, Επίτιμος Προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιολογικών Έργων και Μελετών της ΕΦΑΛΑΡ πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στην Ιστιαία σχολιάζοντας την σημερινή κατάσταση των μνημείων της…
























