Μακριά από τους ισολογισμούς των τραπεζών βρίσκεται πλέον το μεγαλύτερο μέρος της «δεξαμενής» των κόκκινων δανείων, καθώς οι τιτλοποιήσεις και οι μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων των προηγούμενων ετών άλλαξαν ριζικά τον χάρτη του προβληματικού χρέους στην Ελλάδα.
Πλέον, οι τράπεζες έχουν περιορίσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους, όμως οι οφειλές αυτές δεν εξαφανίστηκαν από την οικονομία, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των κόκκινων δανείων βρίσκεται υπό τη διαχείριση των servicers.
Η μετατόπιση αυτή έχει συντελεστεί παράλληλα με τη σημαντική αποκλιμάκωση του συνολικού αποθέματος των κόκκινων δανείων. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που επικαλείται το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων έχουν περιοριστεί στα 72,34 δισ. ευρώ, από 99,7 δισ. ευρώ το 2018, καταγράφοντας μείωση άνω των 27 δισ. ευρώ.
Την ίδια περίοδο, ο λόγος του μη εξυπηρετούμενου προς τον εξυπηρετούμενο δανεισμό υποχώρησε από 101,3% σε 39,7%, με αποτέλεσμα σήμερα ο εξυπηρετούμενος δανεισμός να είναι υπερδιπλάσιος του μη εξυπηρετούμενου.
Στους servicers το 92% των κόκκινων δανείων
Η αλλαγή στον χάρτη των κόκκινων δανείων αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στα στοιχεία του ΙΟΒΕ για το ιδιωτικό χρέος, σύμφωνα με τα οποία οι servicers διαχειρίζονται πλέον το 92% των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ μόλις το υπόλοιπο 8% βρίσκεται στις τράπεζες.
Συνολικά, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης αντιστοιχούν περίπου στο 30% του συνολικού αποθέματος δανείων.
Επομένως, η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών δεν σήμανε και την εξαφάνιση των προβληματικών οφειλών από την οικονομία. Τα κόκκινα δάνεια που μεταβιβάστηκαν εξακολουθούν να αποτελούν υποχρέωση για τους δανειολήπτες, με τη διαχείρισή τους να έχει περάσει στους servicers, οι οποίοι έχουν αναλάβει πλέον το μεγαλύτερο μέρος του παλαιού αποθέματος NPLs.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχει αλλάξει ουσιαστικά και ο ρόλος των servicers στην αγορά, καθώς από τη διαχείριση των μεγάλων χαρτοφυλακίων που δημιουργήθηκαν μετά τις τιτλοποιήσεις της προηγούμενης περιόδου, το βάρος μεταφέρεται πλέον όλο και περισσότερο στις ρυθμίσεις, τις αναδιαρθρώσεις και τις ανακτήσεις, από τις οποίες θα εξαρτηθεί η περαιτέρω αποκλιμάκωση του προβληματικού αποθέματος.
Πέρα από τα κόκκινα δάνεια, το χρέος των 417 δισ. ευρώ
Πέρα από τα κόκκινα δάνεια, το συνολικό απόθεμα του ιδιωτικού χρέους παραμένει πολλαπλάσιο. Σύμφωνα με το δεύτερο τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ, στο τέλος του 2025 οι συνολικές υποχρεώσεις του ιδιωτικού τομέα είχαν φτάσει τα 417 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στο 168% του ΑΕΠ.
Από το σύνολο αυτό, 251,9 δισ. ευρώ αφορούσαν δανειακές υποχρεώσεις, ενώ 237,8 δισ. ευρώ ήταν ληξιπρόθεσμες οφειλές, καταδεικνύοντας ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους εκτείνεται πολύ πέρα από τα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια.
Ιδιαίτερο βάρος έχουν οι οφειλές προς τον δημόσιο τομέα, καθώς τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ ανέρχονταν σε 165,2 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 69% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Έτσι, η σημερινή εικόνα των προβληματικών υποχρεώσεων δεν περιορίζεται στα στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια, αλλά περιλαμβάνει ένα μεγάλο απόθεμα χρεών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Λιγότερα «κόκκινα», αλλά υψηλό το συνολικό χρέος
Τα τελευταία στοιχεία διαμορφώνουν μια διπλή εικόνα για το ιδιωτικό χρέος, καθώς από τη μία πλευρά τα κόκκινα δάνεια ακολουθούν πτωτική πορεία και ο εξυπηρετούμενος δανεισμός ενισχύεται, ενώ από την άλλη οι συνολικές υποχρεώσεις του ιδιωτικού τομέα εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η αύξηση του συνολικού ιδιωτικού χρέους αντανακλά τόσο την ενίσχυση των εξυπηρετούμενων πιστώσεων όσο και τη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τον δημόσιο τομέα. Η αύξηση του συνολικού μεγέθους, επομένως, δεν συνεπάγεται από μόνη της αντίστοιχη επιδείνωση της ποιότητας του χρέους, καθώς ένα μέρος της προέρχεται από την πιστωτική επέκταση και κυρίως από την αύξηση των επιχειρηματικών δανείων.
Ανάλογη τάση καταγράφεται και στα πιο πρόσφατα στοιχεία που παρουσίασε το ΥΠΟΙΚ, με βάση τα οποία το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος αντιστοιχούσε στο 56,7% του συνολικού ιδιωτικού χρέους το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 70,8% το 2018. Παρά τη σημαντική αυτή αποκλιμάκωση, το απόθεμα των παλαιών οφειλών παραμένει υψηλό, διατηρώντας τη διαχείρισή του στο επίκεντρο τόσο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις όσο και για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
























