«Ποιος φοβάται την Bundeswehr;» διερωτάται ο Economist.
Σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, η Γερμανία θα μπορούσε σύντομα να γίνει «η κορυφαία στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη και αυτό δεν αρέσει στους Γάλλους.
Επί δεκαετίες, το Παρίσι και το Βερολίνο αρκούνταν σε μια έμμεση κατανομή ρόλων: η Γαλλία αναλάμβανε την ηγεσία σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο, η Γερμανία απολάμβανε οικονομική υπεροχή.
Σε ένα αβέβαιο γεωπολιτικό πλαίσιο, η Γερμανία θέλει όμως να καταστήσει την Bundeswehr τον μεγαλύτερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη και εξετάζει το ενδεχόμενο αύξησης των αμυντικών της δαπανών σε επίπεδα ρεκόρ. «Αυτό θα επιτευχθεί μέσω αύξησης του προσωπικού της Bundeswehr κατά 40% έως το 2035 και ενίσχυσης του αμυντικού προϋπολογισμού, ο οποίος θα πρέπει να φτάσει τουλάχιστον τα 350 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2029, σύμφωνα με τον Economist. «Αυτή η φιλοδοξία έχει χαιρετιστεί από Ευρωπαίους εταίρους της Γερμανίας, όπως η Πολωνία και η Ιταλία, αλλά εξακολουθεί να φαίνεται ότι δεν ευχαριστεί τους Γάλλους», γράφει το βρετανικό περιοδικό. Υπενθυμίζει μάλιστα, ότι ιστορικά, «η γαλλο-γερμανική σχέση βασιζόταν σε μια έμμεση ισορροπία: η Γαλλία ως η μόνη πυρηνική δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε «συνηθίσει να αναλαμβάνει την ηγεσία» σε αμυντικά ζητήματα, ενώ η Γερμανία παρείχε την οικονομική ισχύ, έχοντας εξασφαλίσει την τάση να βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Αλλά αυτή η κατάσταση θα μπορούσε σύντομα να αλλάξει. Το Βερολίνο θα δαπανήσει περισσότερα από διπλάσια χρήματα από το Παρίσι για τον στρατό του.
«Ο μαζικός επανεξοπλισμός της Γερμανίας, που έγινε ευπρόσδεκτος λόγω της ρωσικής απειλής, τροφοδοτεί ωστόσο στη Γαλλία τον φόβο μιας στρατιωτικής και βιομηχανικής παρακμής, καθώς και μιας Ευρώπης που κυριαρχείται από το Βερολίνο, σε βάρος της στρατηγικής αυτονομίας και της γαλλο-γερμανικής συνεργασίας», αναφέρει το γαλλικό τηλεοπτικό δίκτυο BFM.
Στη Γερμανία, το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 33% σε σύγκριση με το 2026, στα 110 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αυτό προστίθεται στις πιστώσεις από το ειδικό ταμείο που δημιουργήθηκε το 2022 μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, για συνολικά 140 δισεκατομμύρια ευρώ -σε σύγκριση με 64 δισεκατομμύρια για τη Γαλλία- και 154 το επόμενο έτος.
Ο Γάλλος στρατηγός Φαμπιέν Μαντόν, προειδοποίησε πρόσφατα μιλώντας στη γαλλική Γερουσία ότι αν «η Γερμανία συνεχίσει με αυτόν τον ρυθμό, σε πέντε χρόνια το επιχείρημα ότι επωφελούμαστε από την επιχειρησιακή εμπειρία και μια συγκεκριμένη κουλτούρα δεν θα ισχύει πλέον. Για τους Αμερικανούς, το ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς γίνεται σταδιακά η Γερμανία».
Το Βερολίνο αυξάνει μάλιστα τις προμήθειες εξοπλισμών, χωρίς να διστάζει να επιλέξει αμερικανικά όπλα ή να υιοθετήσει, χωρίς διαβούλευση με το Παρίσι, έργα όπως το ESSI, μια «ευρωπαϊκή αντιαεροπορική ασπίδα» που δίνει εξέχουσα θέση στα γερμανικά, αμερικανικά και ισραηλινά συστήματα αεράμυνας, αλλά όχι στα γαλλικά.
Οι Γερμανοί προχωρούν μόνοι
«Το σχέδιο της στρατηγικής αυτονομίας στην Ευρώπη, της ύπαρξης μιας ισχυρότερης Ευρώπης σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ, δεν θα υπάρξει χωρίς τη Γερμανία και όταν το Βερολίνο σήμερα προχωρήσει μόνη του, η ανησυχία μας είναι ότι δεν θα πετύχουμε», είπε ο Γάλλος αξιωματικός.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποτυχία του προγράμματος SCAF, του μελλοντικού γαλλογερμανικού μαχητικού αεροσκάφους που είχε γίνει σύμβολο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, «αποτελεί ένα σημαντικό σημείο καμπής στις γαλλογερμανικές σχέσεις», σύμφωνα με το Παρίσι. Έκτοτε, μια κοινοπραξία Γερμανών κατασκευαστών έχει προτείνει την ανάπτυξη του δικού της μελλοντικού μαχητικού αεροσκάφους.
Ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο, η Γαλλία φοβάται επίσης τον ανταγωνισμό από Γερμανούς κατασκευαστές, που ενισχύονται από τους αμυντικούς προϋπολογισμούς και ενσαρκώνονται -για παράδειγμα – στην γιγάντωση του αμυντικού κολοσσού Rheinmetall.
Το μιλιταριστικό παρελθόν
«Είναι πραγματικά θετικό το γεγονός ότι η Γερμανία έκανε πλέον ένα σαφές βήμα και άρχισε να σπάει τους δεσμούς της με αυτόν τον ιστορικό, αυτοεπιβαλλόμενο περιορισμό στις στρατιωτικές δαπάνες», δήλωσε ο ανώτατος διοικητής των σουηδικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Μίκαελ Κλάεσον.
Αλλά το μιλιταριστικό παρελθόν της Γερμανίας δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των πολιτών της Γερμανίας. «Πίσω από την ανακούφιση, οι ίδιοι εταίροι που χαίρονται για μια ενισχυμένη Bundeswehr αισθάνονται επίσης κάτι που είναι πολύ ευγενικοί για να το φωνάξουν δυνατά: μια διακριτική, επίμονη ανησυχία, βαθιά ριζωμένη στην ιστορία, για την ιδέα μιας ηπείρου όπου η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη, μακράν, θα ήταν για άλλη μια φορά η Γερμανία», δήλωσε σε ομιλία της τον Μάιο στην Οξφόρδη η Φραντσίσκα Μπράντνερ, συμπρόεδρος της ομάδας των Πρασίνων στην Μπούντεσταγκ.
Ανοιχτή πληγή
Ολα αυτά αναδεικνύουν μια ανοιχτή πληγή στην Γηραιά ήπειρο: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι γεωπολιτική οντότητα. Η Γαλλία θέλει να προωθήσει την ιδέα μιας ευρωπαϊκής πυρηνικής ομπρέλας, αλλά είναι υπερβολικά εκτεταμένη, έχει συμφέροντα σε πολλαπλά θέατρα και, ταυτόχρονα, θέλει να παρουσιαστεί ως ο κύριος αμυντικός εγγυητής της Ευρώπης. Το κάνει αυτό εν μέρει επειδή φοβάται το Βερολίνο και τον επανεξοπλισμό του. Το Παρίσι, ωστόσο, έχει αντικειμενικές δυσκολίες, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών, στη διατήρηση όλων αυτών των φιλοδοξιών και δεν έχει καμία πρόθεση να αποσχιστεί από το ΝΑΤΟ στρατιωτικά. Προς το παρόν, είναι απίθανο η Γαλλία να μπορεί να ενεργήσει μόνη της ως εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Παραμένει ένας σημαντικός και πολιτικά βιώσιμος παράγοντας, αλλά το ευρωπαϊκό θέατρο είναι πλέον διχασμένο και κατακερματισμένο.
























