Έπειτα από ημέρες έντονων απειλών για νέα στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί και πάλι να πετύχει μέσω της διπλωματίας ό,τι δεν κατάφερε μέχρι σήμερα με τη στρατιωτική πίεση.
Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι αραβικές χώρες του Κόλπου, που διατηρούν στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, μπορούν τις επόμενες ημέρες να συμβάλουν στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, έστω και προσωρινά, και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την επανέναρξη διαπραγματεύσεων σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, σύμφωνα με ανάλυση στη Wall Street Journal.
Οι προηγούμενες προσπάθειες είχαν αποτύχει επί μήνες, αν και χθες, Κυριακή καταγράφηκαν οι πρώτες ενδείξεις προόδου, καθώς τόσο το Ομάν όσο και το Ιράν ανέφεραν ότι οι συνομιλίες κινούνται προς θετική κατεύθυνση.
Ο Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ξεκινήσουν νέο γύρο συνομιλιών από σήμερα, Δευτέρα, το απόγευμα. Οπως τόνισε, ήταν έτοιμος να εγκρίνει «τη μεγαλύτερη στρατιωτική επίθεση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», όμως σύμμαχες χώρες τον έπεισαν να αναστείλει τα σχέδιά του.
«Ημασταν απολύτως έτοιμοι να προχωρήσουμε, αλλά όταν οι σύμμαχοι ζήτησαν να το αναβάλουμε, έπρεπε να πούμε “ας δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα”», ανέφερε.
Ωστόσο, αν οι διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, δεν αποκλείεται ο Αμερικανός πρόεδρος να επιστρέψει σύντομα στις απειλές περί στρατιωτικής δράσης.
«Προσπαθεί τώρα να βρει διπλωματική λύση ώστε να αποφύγει περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση. Ομως δεν υπάρχει σαφής δρόμος, ούτε μέσω της διπλωματίας ούτε μέσω της στρατιωτικής ισχύος, που να του επιτρέπει να ανακηρύξει τη νίκη», σύμφωνα με τον Βάλι Νασρ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Το κόστος του πολέμου αυξάνεται
Η διαρκής εναλλαγή μεταξύ απειλών και διαπραγματεύσεων έχει αποσταθεροποιήσει τη Μέση Ανατολή και έχει περιπλέξει την εσωτερική πολιτική ατζέντα της κυβέρνησης Τραμπ.
Τις τελευταίες εβδομάδες το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, μεταξύ αυτών η Ιορδανία, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, ενώ φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ πραγματοποίησαν επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά της Σαουδικής Αραβίας.
Η δυνατότητα της Τεχεράνης να διακόπτει ουσιαστικά τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε αύξηση των διεθνών τιμών των καυσίμων και έχει αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες να αντλήσουν ποσότητες από τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου.
Παράλληλα, Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές, λίγους μόλις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, πιέζουν τον Λευκό Οίκο να εξηγήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια ποιοι είναι οι στόχοι του πολέμου και με ποιον τρόπο σχεδιάζει να τον τερματίσει.
Οι ανησυχίες εντάθηκαν όταν τρεις Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε ιρανική πυραυλική επίθεση εναντίον βάσης τους στην Ιορδανία, ανεβάζοντας στους 18 τον αριθμό των Αμερικανών στρατιωτικών που έχουν χάσει τη ζωή τους από τον Φεβρουάριο.
Οταν ο Τραμπ διέταξε τα πρώτα πλήγματα κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, διέθετε περιορισμένη διεθνή υποστήριξη, ενώ οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης δεν είχε πειστεί πως η Τεχεράνη αποτελούσε άμεση πυρηνική απειλή.
Ο ίδιος είχε διαβεβαιώσει ότι η αύξηση των τιμών των καυσίμων θα ήταν προσωρινή και είχε εκτιμήσει πως η σύγκρουση θα ολοκληρωνόταν μέσα σε τέσσερις έως έξι εβδομάδες. Ωστόσο, ο πόλεμος έχει ήδη εισέλθει στον έκτο μήνα και τόσο η διεθνής όσο και η εσωτερική στήριξη προς τον Αμερικανό πρόεδρο έχει περιοριστεί.
Η παρέμβαση της Σαουδικής Αραβίας
Σύμφωνα με συνεργάτες του Τραμπ, τους οποίες επικαλείται η WSJ, οι συνεχείς προειδοποιήσεις του και η εμφανής ανυπομονησία του επιτάχυναν τις διπλωματικές διεργασίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμφωνία και στον τερματισμό της σύγκρουσης.
Ο Τραμπ έγραψε το Σάββατο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι το Ιράν και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής του ζήτησαν να ακυρώσει τη σχεδιαζόμενη επίθεση, καθώς είχαν ήδη συμφωνηθεί οι βασικές παράμετροι μιας συμφωνίας.
Η ανάρτηση έγινε έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον διάδοχο του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Οπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, ρώτησε τον Σαουδάραβα πρίγκιπα αν προτιμούσε επίθεση ή συμφωνία.
«Μου απάντησε ότι προτιμά σαφώς μια συμφωνία, γιατί κανείς δεν γνωρίζει πού μπορεί να οδηγήσει μια στρατιωτική επίθεση», δήλωσε ο Τραμπ.
Αντίθετα, δεν επικοινώνησε με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ μιας πιο επιθετικής στρατιωτικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν.
Πρώτες ενδείξεις αποκλιμάκωσης
Την Κυριακή καταγράφηκαν τα πρώτα σημάδια πιθανής αποκλιμάκωσης.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγκτσί, δήλωσε ότι οι συνομιλίες με το Ομάν για τη δημιουργία μηχανισμού ασφαλούς διέλευσης πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται «στο τελικό στάδιο».
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές αν η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει οριστικά την απαίτησή της να επιβάλλει τέλη στα εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά.
Ο Ιρανός υπουργός είχε επίσης τηλεφωνική επικοινωνία με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, πρίγκιπα Φαϊζάλ μπιν Φαρχάν, με αντικείμενο πρόσθετα μέτρα αποκλιμάκωσης.
Επικρίσεις για την τακτική Τραμπ
Οι επικριτές του Αμερικανού προέδρου υποστηρίζουν ότι οι συνεχείς μεταβολές της στάσης του δεν αποτελούν στοιχείο συνεκτικής στρατηγικής, αλλά αντανακλούν την αδυναμία του να βρει αποτελεσματική στρατιωτική ή διπλωματική διέξοδο.
«Αυτή η παλινδρόμηση υπονομεύει σοβαρά την αποτρεπτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Ντάνιελ Σαπίρο, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ και πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου.
«Ούτε οι σύμμαχοι ούτε οι Ιρανοί αντίπαλοι των ΗΠΑ πιστεύουν πλέον όσα λέει», τόνισε ο ίδιος.
Η σημερινή φάση της κρίσης ξεκίνησε τον Ιούνιο, όταν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη διαπραγματεύθηκαν μνημόνιο κατανόησης, το οποίο όμως κατέρρευσε εξαιτίας διαφορετικών ερμηνειών σχετικά με τον τρόπο επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ.
Ακολούθησαν ιρανικές επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, επαναφορά των αμερικανικών οικονομικών κυρώσεων, ενίσχυση του ναυτικού αποκλεισμού και περιορισμένες αεροπορικές επιδρομές, ενώ ο Τραμπ απείλησε ακόμη και με επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, όπως γέφυρες και ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Παρότι η στρατιωτική δράση φαίνεται να απομακρύνεται προς το παρόν, η διπλωματική οδός παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη.
«Η επίτευξη μιας συμφωνίας που θα διασφαλίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε εύκολη», εκτίμησε η ειδική σε θέματα Ιράν Σούζαν Μαλόνεϊ του Brookings Institution.
«Και δεν είναι βέβαιο ότι η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει τον χρόνο ή τη συγκέντρωση που απαιτεί μια τόσο σύνθετη διαπραγμάτευση», σημείωσε ακόμη.
























