Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) φαίνεται να έχει αποκτήσει δυναμική στις βιομηχανικές και εμπορικές ελληνικές επιχειρήσεις , σύμφωνα με στοιχεία από πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η μελέτη, με τίτλο: «Εφαρμογή και επενδύσεις στην ΑΙ στην Ευρωζώνη», βασίστηκε στις απαντήσεις που έδωσαν περίπου 6.000 εταιρείες 12 χωρών της Ευρωζώνης σε έρευνες τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 2025.
Από τις απαντήσεις των επιχειρήσεων προκύπτουν πληροφορίες όχι μόνο για το αν και σε ποιο βαθμό χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για το ποιοι είναι οι λόγοι που τις ωθούν να επενδύσουν σε αυτή καθώς και για τις προσδοκίες που έχουν για την πορεία βασικών μεγεθών τους, όπως των πωλήσεων, της παραγωγικότητας, της απασχόλησης και των τιμών.
Το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που ανέφεραν ότι είχαν χρησιμοποιήσει, έστω και σποραδικά, την ΑΙ στη λειτουργία τους ανερχόταν στο 70%, περίπου όσο και στο σύνολο των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα (εκτός από την Ελλάδα είναι η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Φινλανδία, η Σλοβακία και η Ιρλανδία).
Σημαντική χρήση της ΑΙ έκανε το 12% των ελληνικών εταιρειών, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (7%), ενώ μέτρια χρήση έκανε το 29% και σποραδική χρήση το 29% έναντι 31% και 33%, αντίστοιχα.
Δύο στις τρεις (66%) μεσαίες και μεγάλες ελληνικές βιομηχανικές εταιρείες (με περισσότερα από 50 απασχολούμενους), ανέφεραν ότι είχαν επενδύσει σε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης έως τον Ιούνιο του 2025, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης στην κατηγορία αυτή. Η εικόνα είναι διαφορετική για τις μικρότερες ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις, με λιγότερους από 50 εργαζόμενους, όπου μόνο το 18% είχε κάνει χρήση της ΑΙ.
Σε όλες σχεδόν τις χώρες και τους οικονομικούς κλάδους – βιομηχανία, υπηρεσίες, εμπόριο και κατασκευές – που καλύπτει η μελέτη, τα ποσοστά των μικρότερων εταιρειών που έχουν επενδύσει στην ΑΙ είναι σημαντικά χαμηλότερα από αυτά των μεσαίων και μεγάλων, οι οποίες άλλωστε μπορούν να την ενσωματώσουν ευκολότερα στα λειτουργικά μοντέλα τους και διαθέτουν περισσότερα κεφάλαια.
Μία εξαίρεση από τον κανόνα αυτό αποτελούν οι ελληνικές εταιρείες υπηρεσιών, όπου το ποσοστό των μικρότερων με επενδύσεις στην ΑΙ ήταν διπλάσιο σε σχέση με των μεγαλύτερων (22% έναντι 11%, αντίστοιχα). Ανεξάρτητα, πάντως, από το μέγεθος τους, οι ελληνικές εταιρείες υπηρεσιών έχουν επενδύσει σημαντικά λιγότερο στην ΑΙ από τον μέσο όρο των αντίστοιχων εταιρειών της Ευρωζώνης.
Στον κλάδο του εμπορίου, πάνω από το 40% των μεσαίων και μεγάλων ελληνικών εταιρειών είχαν επενδύσει σε μορφές της ΑΙ, ποσοστό ελαφρά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ωστόσο, μόνο το 7% των μικρότερων ελληνικών εμπορικών εταιρειών είχαν κάνει σχετικές επενδύσεις, ποσοστό χαμηλότερο σε σχέση με των άλλων χωρών. Στον κατασκευαστικό κλάδο, το 17% των μεγάλων και μεσαίων ελληνικών εταιρειών και το 12% των μικρότερων είχαν επενδύσει στην ΑΙ, ποσοστά επίσης χαμηλότερα από τους αντίστοιχους μέσους όρους της Ευρωζώνης.
Η σημασία που αποδίδουν οι ελληνικές εταιρείες στις διάφορες μορφές της τεχνητής νοημοσύνης φαίνεται και από την πρόβλεψη που έκαναν ότι σχεδόν το 10% των συνολικών επενδύσεων τους το επόμενο 12μηνο (δηλαδή στο 2026) θα αφορούσε στην ΑΙ. Συνολικά στην Ευρωζώνη, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 9%, με μεγάλες διαφορές μεταξύ των επιχειρήσεων που τη χρησιμοποιούν ήδη σημαντικά (20%) και αυτών που δεν έχουν κάνει ακόμη χρήση της (4%).
Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν μία αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική: οι εταιρείες που χρησιμοποιούν ήδη την ΑΙ εντατικά σχεδιάζουν να αυξήσουν τις επενδύσεις τους, ενώ όσες δεν την έχουν χρησιμοποιήσει και όσες τη χρησιμοποιούν περιστασιακά προβλέπουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα επενδύσεων.
Οι κυρίαρχοι λόγοι για τη χρήση της ΑΙ είναι κοινοί, με μικρές διαφοροποιήσεις, για τις ελληνικές εταιρείες και τις εταιρείες της Ευρωζώνης. Σχεδόν δύο στις τρεις επιχειρήσεις της Ελλάδας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και του Βελγίου ανέφεραν ως βασικούς λόγους τη βελτίωση της βασικής επιχειρηματικής διαδικασίας τους και της συμπληρωματικής σε αυτή δραστηριότητας (διοικητική λειτουργία, διαχείριση εφοδιαστικών αλυσίδων). Μικρότερης σημασίας ήταν άλλα κίνητρα, όπως η μείωση του κόστους εργασίας (15%), η υποστήριξη της έρευνας και ανάπτυξης και της καινοτομίας (11%) και η επέκταση του φάσματος προϊόντων ή υπηρεσιών τους (10%).
Από τις εταιρείες της Ευρωζώνης που δεν χρησιμοποιούν την ΑΙ, ως βασικότεροι λόγοι αναφέρονται η έλλειψη σχετικών δεξιοτήτων (25%), οι ανησυχίες για το απόρρητο των στοιχείων και ηθικοί λόγοι (19%) και η δυσπιστία στα αποτελέσματά της (13%), ενώ ένα ποσοστό 16% δεν τη θεωρεί χρήσιμη για της δραστηριότητά τους.
Οι επιχειρήσεις της Ευρωζώνης με σημαντική χρήση της ΑΙ ανέμεναν μεγαλύτερη αύξηση του τζίρου και των επενδύσεων την επόμενη τριετία σε σχέση με όσες δεν κάνουν καθόλου χρήση καθώς και μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης, κάτι που αντανακλά την ανάγκη για προσλήψεις εργαζομένων με τις απαραίτητες δεξιότητες. Μείωση προσωπικού δεν έχουν δείξει τα στοιχεία έως τώρα, αλλά αυτό δεν αποκλείει να υπάρξει τέτοια τάση στο μέλλον, σύμφωνα με τη μελέτη της ΕΚΤ.
Αναφορικά με την παραγωγικότητα της εργασίας, οι επιδόσεις δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των εταιρειών που χρησιμοποιούν ΑΙ και αυτών που δεν κάνουν χρήση, με εξαίρεση τους κλάδους πληροφορικής και επικοινωνιών και έρευνας και ανάπτυξης που παρουσιάζουν καλύτερη εικόνα. Αντίστοιχα, δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στις πληθωριστικές προσδοκίες μεταξύ των δύο παραπάνω κατηγοριών επιχειρήσεων.
























