Ρεπορτάζ – Φωτογραφία: Δημήτρης Καστανάρας // Larissapress
Στην πλακόστρωτη πλατεία της Αργαλαστής, στο πανέμορφο Νότιο Πήλιο, βρίσκεται μια ταβέρνα που δεν είναι απλώς ένας χώρος εστίασης. Είναι ένα ζωντανό κομμάτι της τοπικής ιστορίας.


Η ταβέρνα «Ο Καλόγερος» λειτουργεί αδιάλειπτα εδώ και 101 χρόνια, περνώντας από γενιά σε γενιά, διατηρώντας αναλλοίωτη τη φιλοξενία και τις γεύσεις που την έκαναν σημείο αναφοράς για κατοίκους και επισκέπτες.

Σήμερα, την παράδοση συνεχίζει η κυρία Νικολέτα, η τρίτη γενιά της οικογένειας. Τη συναντήσαμε στον χώρο όπου μεγάλωσε και αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της. Με συγκίνηση μάς αφηγήθηκε την ιστορία πίσω από το όνομα της ταβέρνας. «Την ταβέρνα την άνοιξε ο παππούς μου.

Η γυναίκα του, η γιαγιά μου, πέθανε πολύ νέα. Εκείνα τα χρόνια οι άντρες άφηναν γένια και μαλλιά σε ένδειξη πένθους. Ο παππούς μου ήταν ψηλός, με μακριά γένια, κι έτσι όλοι έλεγαν “πάμε στον καλόγερο”.

Σιγά σιγά το παρατσούκλι έγινε το όνομα της ταβέρνας και έμεινε μέχρι σήμερα», μας λέει. Στα 75 της χρόνια, η κυρία Νικολέτα αποπνέει δύναμη και αξιοπρέπεια. Η ζωή δεν της χαρίστηκε, όμως δεν λύγισε ποτέ. Αντίθετα, κάθε δυσκολία έγινε αφορμή να σταθεί ακόμη πιο όρθια. Η φωνή της χαμηλώνει όταν θυμάται τα παιδικά της χρόνια. «Ο πατέρας μου με έθαψε εδώ μέσα», λέει χαρακτηριστικά, κοιτάζοντας για λίγο τον ουρανό.

«Από πέντε χρονών ήμουν στην ταβέρνα. Μάζευα και έστρωνα τραπέζια. Αυτή ήταν η ζωή μου», σημειώνει.

Ανάμεσα στις αναμνήσεις ξεχωρίζει μια ευκαιρία που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. «Κάποτε είχε έρθει στην περιοχή ο Γαβαλάς. Με άκουσε να τραγουδάω μόνη μου και ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του για να με κάνει τραγουδίστρια. Ο πατέρας μου έγινε θηρίο. Εκείνα τα χρόνια στα χωριά οι τραγουδίστριες αντιμετωπίζονταν με πολύ κακό μάτι. Δεν το επέτρεψε ποτέ».

Οι δοκιμασίες συνεχίστηκαν και στην προσωπική της ζωή. Ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή σε νεαρή ηλικία, αφήνοντάς την μόνη να μεγαλώσει δύο μικρά παιδιά. «Ήταν δύσκολα χρόνια… πολύ δύσκολα», λέει λιτά, χωρίς να επιδιώκει τον οίκτο. Λίγο αργότερα, όμως, το πρόσωπό της φωτίζεται ξανά όταν η συζήτηση στρέφεται στην κουζίνα της ταβέρνας.

Με περηφάνια μιλά για τα σπιτικά κεφτεδάκια και τους γεμιστούς κολοκυθοανθούς, δύο από τα πιάτα που έχουν γίνει σήμα κατατεθέν του «Καλόγερου» και συνεχίζουν να προσελκύουν επισκέπτες από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Η ταβέρνα δεν προσφέρει μόνο αυθεντικές πηλιορείτικες γεύσεις. Κάθε Παρασκευή και Σάββατο μετατρέπεται σε μια ζεστή μουσική παρέα, με ζωντανή μουσική αφιερωμένη στο παλιό λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι, χαρίζοντας στους θαμώνες ένα ταξίδι στις πιο αυθεντικές μελωδίες της ελληνικής παράδοσης.

Έναν αιώνα μετά το άνοιγμά της, η ταβέρνα «Ο Καλόγερος» παραμένει κάτι περισσότερο από μια οικογενειακή επιχείρηση. Είναι ένας τόπος μνήμης, παράδοσης και ανθρώπινων ιστοριών. Και η κυρία Νικολέτα, με τη διαδρομή και το πείσμα της, αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη ότι πίσω από κάθε ιστορικό μαγαζί κρύβονται άνθρωποι που κράτησαν άσβεστη τη φλόγα του, παρά τις δυσκολίες της ζωής.

























