“Ο πρωτογενής τομέας δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη κλάδο της ελληνικής οικονομίας. Είναι η βάση της διατροφικής επάρκειας της χώρας, η κινητήρια δύναμη της περιφέρειας και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κοινωνικής και οικονομικής συνοχής. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι της παραγωγής βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή συσσώρευση προβλημάτων που δοκιμάζει τις αντοχές τους. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, η ενεργειακή κρίση, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι καταστροφές στις καλλιέργειες και το ζωικό κεφάλαιο, καθώς και οι καθυστερήσεις στην αποκατάσταση των ζημιών έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τον αγροτικό κόσμο”.
Τα παραπάνω αναφέρει ο αγρότης Ιορδάνης Ιωαννίδης.
Αναλυτικά, o κ. Ιωαννίδης σημειώνει τα εξής:
“Στο πλαίσιο αυτό, έχει ασκηθεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε κρίσιμα ζητήματα, όπως η έγκαιρη στήριξη των παραγωγών, ο σχεδιασμός των αρδευτικών έργων, η αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών και η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων.
Οι κυβερνητικές επιλογές κρίνονται καθημερινά από το αποτέλεσμά τους. Όταν οι παραγωγοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα, όταν οι αποζημιώσεις καθυστερούν, όταν το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό και όταν η ελληνική ύπαιθρος χάνει ανθρώπινο δυναμικό, είναι εύλογο να τίθενται ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ασκούμενης πολιτικής.
Η ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποσπασματικές παρεμβάσεις ή σε μέτρα προσωρινού χαρακτήρα. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, που θα αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων.
Στην κατεύθυνση αυτή, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη μείωση του κόστους παραγωγής, στην ενεργειακή αναβάθμιση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, στον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών υποδομών, στην αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων, στην ενίσχυση της αγροτικής έρευνας και καινοτομίας, καθώς και στη δημιουργία ισχυρών συνεργατικών σχημάτων που θα ενδυναμώσουν τη διαπραγματευτική θέση των παραγωγών.
Παράλληλα, απαιτείται ένα αξιόπιστο και γρήγορο σύστημα αποζημιώσεων απέναντι στις ολοένα συχνότερες φυσικές καταστροφές, αλλά και μια πολιτική που θα δίνει πραγματικά κίνητρα στους νέους να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην ελληνική ύπαιθρο.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα στον πρωτογενή τομέα: ποιοτικά προϊόντα, ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες, ανθρώπους με εμπειρία και τεχνογνωσία. Αυτό που απαιτείται είναι ένας συνεκτικός σχεδιασμός, πολιτική συνέπεια και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Η ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα δεν αποτελεί ζήτημα κομματικής αντιπαράθεσης, αλλά εθνική αναγκαιότητα. Η ουσιαστική αξιολόγηση των κυβερνητικών πολιτικών, η ανάδειξη των αστοχιών όπου υπάρχουν και η κατάθεση ρεαλιστικών προτάσεων μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που θα εξασφαλίσει βιώσιμη ανάπτυξη, ισχυρή περιφέρεια και αξιοπρεπές εισόδημα για τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την ελληνική γη”.
























