Φέτα και ελαιόλαδο, δύο από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά προϊόντα διεθνώς, αποτελούν βασικούς πυλώνες της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, στηρίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς, επιχειρήσεις και τοπικές κοινωνίες.
Η συνολική αξία των εξαγωγών των δύο προϊόντων ξεπέρασε το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που απορρέει από την ποιότητα, την αυθεντικότητα και την ισχυρή ελληνική ταυτότητα στη διεθνή αγορά.
Όπως δήλωσε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης: «Η φέτα και το ελαιόλαδο δεν είναι απλώς δύο από τα πιο γνωστά ελληνικά προϊόντα. Πίσω τους βρίσκονται χιλιάδες παραγωγοί, αγροτικές οικογένειες, μεταποιητικές επιχειρήσεις και ολόκληρες τοπικές οικονομίες. Αποτελούν μέρος της ταυτότητας της χώρας μας, αλλά και ισχυρά αναπτυξιακά και εξαγωγικά πλεονεκτήματα, τα οποία οφείλουμε να προστατεύουμε και να αξιοποιούμε ακόμη περισσότερο».
Φέτα: Ο «βασιλιάς» των ελληνικών τυριών
Η φέτα, βασικός πυλώνας της εγχώριας αιγοπροβατοτροφίας, αποτελεί το σημαντικότερο ελληνικό τυροκομικό προϊόν. Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 25 καταχωρισμένες ονομασίες τυριών, εκ των οποίων οι 23 είναι ΠΟΠ και οι δύο ΠΓΕ, με τη φέτα ΠΟΠ να κατέχει τη μερίδα του λέοντος.
Το 2025 η εγχώρια παραγωγή φέτας ανήλθε σε περίπου 152.700 τόνους, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 64% της παραγωγής τυριών της χώρας. Για την παρασκευή της χρησιμοποιήθηκε το 75% του πρόβειου και το 41% του γίδινου γάλακτος που παρήχθη στην Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει ότι συνολικά το 69% της παραγωγής αιγοπρόβειου γάλακτος κατευθύνθηκε στη φέτα.
Η εξαγωγική δραστηριότητα της φέτας αποδείχθηκε ιδιαίτερα ισχυρή, καθώς περίπου 105.000 τόνοι, δηλαδή το 69% της παραγωγής, εξήχθησαν, με αξία που άγγιξε τα 835 εκατ. ευρώ. Με την επίδοση αυτή, η φέτα καλύπτει πλέον το 9% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων. Κορυφαία αγορά-στόχος παραμένει η Γερμανία, ενώ ακολουθούν η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι οποίες απορροφούν το 70% των εξαγωγών.
«Η επιτυχία της φέτας αποδεικνύει ότι ένα προϊόν με σταθερή ποιότητα, αυθεντικότητα και ισχυρή σύνδεση με τον τόπο παραγωγής του μπορεί να πρωταγωνιστήσει στις πιο απαιτητικές αγορές. Η προστασία της φέτας είναι συγχρόνως προστασία του εισοδήματος των κτηνοτρόφων, της ελληνικής γαλακτοπαραγωγής και της προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται στην περιφέρεια», υπογράμμισε ο κ. Πρωτοψάλτης.
Ελαιόλαδο: Το «υγρό χρυσάφι» της οικονομίας
Εξίσου ισχυρό παραμένει το αποτύπωμα της ελληνικής ελαιοκομίας, στην οποία δραστηριοποιούνται περίπου 700.000 παραγωγοί σε όλη τη χώρα. Στον επίσημο κατάλογο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων περιλαμβάνονται 33 καταχωρισμένες ελληνικές ονομασίες ελαιολάδων, εκ των οποίων 20 είναι ΠΟΠ και 13 ΠΓΕ, αναδεικνύοντας τον πλούτο των τοπικών ποικιλιών και των διαφορετικών ελαιοπαραγωγικών περιοχών.
Το 2025 οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου ανήλθαν σε 1,31 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% των συνολικών εξαγωγών τροφίμων της χώρας. Για την ελαιοκομική περίοδο 2025-2026, η παραγωγή εκτιμάται σε περίπου 235.000 τόνους, με τις εξαγωγές να φθάνουν τους 139.000 τόνους. Με βάση τον μέσο όρο της περιόδου 2022-2025, η Ελλάδα σταθεροποιείται στην τέταρτη θέση παγκοσμίως, πίσω από την Ισπανία, την Τουρκία και την Τυνησία.
«Το ελληνικό ελαιόλαδο διαθέτει εξαιρετικά ποιοτικά και διατροφικά χαρακτηριστικά. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι να αυξήσουμε το ποσοστό που διατίθεται τυποποιημένο και επώνυμα, ώστε μεγαλύτερο μέρος της τελικής αξίας να επιστρέφει στον Έλληνα παραγωγό και στην ελληνική οικονομία. Δεν αρκεί να παράγουμε ένα εξαιρετικό προϊόν· πρέπει να το διαθέτουμε στις αγορές με την αξία και την ταυτότητα που πραγματικά του αναλογούν», επισήμανε ο Γενικός Γραμματέας.
Ελαιοκομικό Μητρώο: Ψηφιακή απλούστευση χωρίς γραφειοκρατία
Κρίσιμο εργαλείο για την καλύτερη οργάνωση του κλάδου αποτελεί η επικαιροποίηση του Ελαιοκομικού Μητρώου, ώστε η Πολιτεία να διαθέτει πληρέστερη και ακριβέστερη εικόνα για τις εκμεταλλεύσεις, την παραγωγική βάση και τις παραγόμενες ποσότητες.
Η υποχρεωτική υποβολή των Δηλώσεων Συγκομιδής Ελαιοκάρπου, με απόφαση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μετατέθηκε για την ελαιοκομική περίοδο 2026-2027, με ημερομηνία έναρξης την 1η Οκτωβρίου 2026, ώστε να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες τεχνικές προσαρμογές.
Παράλληλα, επιδιώκεται η διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων με την ΑΑΔΕ και η αξιοποίηση των στοιχείων του ΟΣΔΕ, σε συνεργασία με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Στόχος είναι η ηλεκτρονική άντληση των δεδομένων, αποφεύγοντας την επανάληψη διαδικασιών και το πρόσθετο κόστος για τους ελαιοπαραγωγούς.
«Το Ελαιοκομικό Μητρώο πρέπει να λειτουργήσει ως ένα σύγχρονο εργαλείο και όχι ως άλλη μία γραφειοκρατική επιβάρυνση. Χρειαζόμαστε αξιόπιστα δεδομένα, ιχνηλασιμότητα και αποτελεσματικούς ελέγχους, αλλά με απλές διαδικασίες. Η διαλειτουργικότητα των συστημάτων είναι το κλειδί, ώστε η Πολιτεία να αξιοποιεί τα στοιχεία που ήδη διαθέτει και να μην ζητά από τον πολίτη να τα υποβάλλει ξανά», κατέληξε ο κ. Πρωτοψάλτης.
























