Δημήτρης Καστανάρας//LarissaPress
Σε δοκιμασία θέτει εργαζόμενους και επιχειρήσεις ο κύκλος υψηλών θερμοκρασιών κατά τους θερινούς μήνες που πλήττει τη Θεσσαλία.

Στη Λάρισα, όπου ο υδράργυρος κάθε καλοκαίρι αγγίζει ή και ξεπερνά τους 40 βαθμούς Κελσίου, οικοδόμοι, τεχνίτες και εργαζόμενοι σε μηχανουργεία καλούνται να εργαστούν κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχει συγκεκριμένο όριο θερμοκρασίας πάνω από το οποίο απαγορεύεται η εργασία. Η απάντηση είναι ότι η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει ένα σταθερό όριο για όλες τις περιπτώσεις. Αντίθετα, υποχρεώνει τον εργοδότη να προστατεύει τους εργαζόμενους από τη θερμική καταπόνηση, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης.

Σε περιόδους καύσωνα, το Υπουργείο Εργασίας εκδίδει έκτακτες αποφάσεις που προβλέπουν την παύση υπαίθριων χειρωνακτικών εργασιών σε συγκεκριμένες περιοχές και ώρες, όταν οι μετεωρολογικές συνθήκες καθιστούν επικίνδυνη την εργασία. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν οικοδομές, εργοτάξια, τεχνικά έργα, οδοποιία και άλλες υπαίθριες δραστηριότητες, ενώ η Λάρισα περιλαμβάνεται συχνά στις περιοχές όπου εφαρμόζονται τα μέτρα λόγω των ιδιαίτερα υψηλών θερμοκρασιών που καταγράφονται στον θεσσαλικό κάμπο.

Οι εργοδότες οφείλουν να προσαρμόζουν το ωράριο, να εξασφαλίζουν σκίαση, συχνά διαλείμματα και συνεχή πρόσβαση σε πόσιμο, δροσερό νερό, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος θερμικής εξάντλησης ή θερμοπληξίας.
Μιλώντας στην LarissaPress ο Πρόεδρος του Συνδικάτου Οικοδόμων Λάρισας κ. Δημήτρης Τζιμούλης είπε τα εξής: «Τα τελευταία χρόνια οι εργαζόμενοι περιμένουν τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης για τη διακοπή των εργασιών όταν επικρατούν ακραίες θερμοκρασίες. Ωστόσο, στην πράξη τα μέτρα δεν εφαρμόζονται πάντα, ενώ πολλές φορές η αποχώρηση από το εργοτάξιο εξαρτάται από τη διεκδίκηση των ίδιων των εργαζομένων. Πάγιο αίτημά μας είναι, όταν οι συνθήκες είναι επικίνδυνες λόγω υψηλών θερμοκρασιών και υγρασίας, να διακόπτονται οι εργασίες χωρίς οι εργαζόμενοι να χάνουν το μεροκάματό τους. Η προστασία της υγείας τους δεν μπορεί να συνεπάγεται οικονομική απώλεια. Ζητάμε επίσης να εφαρμόζονται ουσιαστικά μέτρα προστασίας, όπως συχνά διαλείμματα, χώροι σκίασης ή κλιματιζόμενοι χώροι για ξεκούραση και επαρκής παροχή νερού. Έχουν υπάρξει περιστατικά θερμοπληξίας στον κλάδο, ενώ η συνεχής έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Δυστυχώς, οι έλεγχοι δεν είναι επαρκείς και απαιτείται μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των μέτρων και η ασφάλεια των εργαζομένων».

Ακόμη δυσκολότερες είναι πολλές φορές οι συνθήκες μέσα στα μηχανουργεία και στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπου η θερμότητα από τις μηχανές αυξάνει σημαντικά τη θερμοκρασία του χώρου. Παρότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο θερμοκρασίας για τους κλειστούς χώρους εργασίας, η νομοθεσία επιβάλλει στον εργοδότη να αξιολογεί τον κίνδυνο και να λαμβάνει μέτρα, όπως ενίσχυση του εξαερισμού, χρήση κλιματισμού όπου είναι εφικτό, περιοδικά διαλείμματα και αναδιοργάνωση της εργασίας.

Όταν οι συνθήκες θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία των εργαζομένων, η Επιθεώρηση Εργασίας μπορεί να παρέμβει και να επιβάλει κυρώσεις. Εργαζόμενοι στον κλάδο των κατασκευών περιγράφουν ότι οι πιο δύσκολες ώρες είναι από το μεσημέρι έως αργά το απόγευμα, όταν οι επιφάνειες από μπετόν και μέταλλο ανεβάζουν ακόμη περισσότερο τη θερμοκρασία. Αντίστοιχη εικόνα μεταφέρουν και εργαζόμενοι σε μηχανουργεία, όπου σε ορισμένες περιπτώσεις η θερμική επιβάρυνση είναι αισθητά μεγαλύτερη από τη θερμοκρασία που καταγράφεται σε εξωτερικούς χώρους.

Συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι ζητούν εντατικοποίηση των ελέγχων και αυστηρή εφαρμογή των μέτρων προστασίας, υποστηρίζοντας ότι η κλιματική αλλαγή καθιστά αναγκαία την επικαιροποίηση του πλαισίου για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία.

Ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λάρισας, Γιάννης Σκόκας, είπε τα εξής: «Οι συνθήκες καύσωνα αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή των εργαζομένων, ιδιαίτερα στη Λάρισα, όπου καταγράφονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Κανένας εργαζόμενος δεν πρέπει να πιέζεται να εργάζεται όταν επικρατούν ακραίες συνθήκες. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις οικοδομές, αλλά και χώρους όπως τα μηχανουργεία και οι μεταλλικές κατασκευές, όπου η θερμική επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω της παραγωγικής διαδικασίας. Πάγιο αίτημά μας είναι η υποχρεωτική διακοπή των εργασιών όταν οι συνθήκες γίνονται επικίνδυνες, με γνώμονα τις πραγματικές συνθήκες σε κάθε χώρο εργασίας και όχι μόνο τη θερμοκρασία που καταγράφεται στην ύπαιθρο».

Οι γιατροί εργασίας επισημαίνουν ότι η παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση, θερμική εξάντληση, μυϊκές κράμπες, απώλεια συγκέντρωσης και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, θερμοπληξία, η οποία αποτελεί επείγουσα και απειλητική για τη ζωή κατάσταση. Με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι τα ακραία κύματα ζέστης θα γίνονται ολοένα συχνότερα, η προστασία των εργαζομένων αναδεικνύεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την αγορά εργασίας, ιδιαίτερα σε πόλεις όπως η Λάρισα, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν πλέον σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό των θερινών μηνών.
























