Στη Βουλή, με κατεπείγουσα Ερώτηση προς τους Υπουργούς Προστασίας του Πολίτη κ. Μ. Χρυσοχοΐδη, Υγείας κ. Α. Γεωργιάδη και Παιδείας κ. Σ. Ζαχαράκη, φέρνει το φλέγον θέμα της έξαρσης της βίας μεταξύ ανηλίκων η Βουλευτής Ν. Λάρισας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης, Θεσμών και Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Ευαγγελία Λιακούλη, επισημαίνοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τη σοβαρότητα του ζητήματος και ζητώντας την άμεση λήψη δραστικών μέτρων αντιμετώπισης.
Αφορμή για την κατεπείγουσα κοινοβουλευτική παρέμβαση αποτελεί το πρόσφατο, σοκαριστικό περιστατικό της αιματηρής επίθεσης με μαχαίρι μεταξύ ανηλίκων στην πόλη της Λάρισας, το οποίο έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά, ζοφερή αλυσίδα ανάλογων γεγονότων.
Η Ευαγγελία Λιακούλη υπογραμμίζει ότι η τραγική αυτή πραγματικότητα δεν επιδέχεται πλέον αποσπασματικές προσεγγίσεις, επικοινωνιακά ημίμετρα ή στρουθοκαμηλισμούς. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει « όταν η συζήτηση γύρω
από τη βία των παιδιών μας εξαντλείται στη σκοπιμότητα της «φύλαξης ή μη των κοινόχρηστων χώρων», η Πολιτεία εθελοτυφλεί και αρνείται να αντικρίσει τον «ελέφαντα στο δωμάτιο»: τη δομική ψυχοκοινωνική αποδιοργάνωση και τη διογκούμενη παραβατικότητα της νέας γενιάς».
Τα επίσημα στατιστικά δεδομένα της Ελληνικής Αστυνομίας αποτυπώνουν μια ξεκάθαρη, εφιαλτική αυξητική τάση στην περιοχή της Λάρισας, με κατακόρυφη άνοδο των υποθέσεων ανηλίκων της τάξης του 28,8% ήδη από τη μεταπανδημική περίοδο. Εκατοντάδες παιδιά και έφηβοι —με το 91,5% αυτών να συγκεντρώνεται στην κρίσιμη ηλικιακή ομάδα των 15-18 ετών— απασχολούν ετήσια τις τοπικές διωκτικές αρχές για σοβαρά αδικήματα βίας, σωματικών βλαβών, κλοπών και ναρκωτικών ουσιών. Στο φαύλο αυτό κύκλο με εντυπωσιακή ταχύτητα εισχωρούν πλέον και τα κορίτσια, ενώ η παραβατικότητα της εφηβείας διατηρείται για χρόνια, καταλαμβάνοντας και τη μετεφηβική περίοδο.
Η έξαρση αυτή συνδέεται οργανικά με τα συμπεράσματα της πανευρωπαϊκής μελέτης ESPAD (ΕΠΙΨΥ), σύμφωνα με τα οποία η Λάρισα καταγράφει διαχρονικά ανησυχητικές πρωτιές στην εφηβική ευαλωτότητα, την πρώιμη χρήση αλκοόλ και την εξάρτηση από παράνομες ουσίες. Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η χρήση ουσιών και η παραβατικότητα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία. Όταν μια πόλη στερείται επαρκών υποστηρικτικών δικτύων και δομών που γίνονται σημεία αναφοράς για τους νέους, την οικογένεια και το σχολείο, η έκρηξη της βίας στους δρόμους είναι απλώς θέμα χρόνου. Ήδη, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια, εκτενή ρεπορτάζ των ΜΜΕ επισημαίνουν ότι δημιουργούνται «περιοχές και συνοικίες» στη Λάρισα, όπου κανονίζονται συναντήσεις, γίνονται διακινήσεις εξαρτησιογόνων ουσιών και οργανώνονται «χτυπήματα» μεταξύ ομάδων νέων.
Παρόλα αυτά, την ίδια ακριβώς ώρα που η τοπική κοινωνία φλέγεται, το κεντρικό κράτος προχωρά στην αποδυνάμωση των θεσμών προστασίας, υποβαθμίζοντας ακόμη και τις υφιστάμενες κοινωνικές δομές Πρόληψης, απειλώντας τον αυτόνομο χαρακτήρα τους και την ίδια την ύπαρξή τους. Η κοινωνική πρόληψη και η αντιμετώπιση της νεανικής κρίσης δεν μπορούν να βασίζονται σε πρόσκαιρες, επικοινωνιακές «φιέστες».
Απαιτούν την καθημερινή, σταθερή και οργανωμένη εργασία πολλών και εξειδικευμένων επιστημόνων στο πεδίο, σε άμεση σύνδεση με τη σχολική κοινότητα και την αυτοδιοίκηση. Απαιτούν καινούρια εργαλεία προσέγγισης, μέσα στα πεδία που δραστηριοποιείται η νέα γενιά, όπως τα social media, ο αθλητισμός, ο πολιτισμός, τα νεανικά στέκια, οι αυλές των σχολείων και οι πλατείες.
Με την κατεπείγουσα Ερώτησή της, η Λαρισαία Βουλευτής και Τομεάρχης του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ζητά από τους αρμόδιους Υπουργούς σαφείς απαντήσεις και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για:
-Την έγκαιρη χαρτογράφηση και αποτροπή της συγκρότησης βίαιων συμμοριών ανηλίκων στη Λάρισα, μέσω προγραμμάτων κοινοτικής και προληπτικής δράσης και όχι αποκλειστικά κατασταλτικών μέτρων.
-Την ανάσχεση της υποβάθμισης των δομών Πρόληψης, με διασφάλιση της οικονομικής τους αυτοτέλειας, της στελέχωσής τους με μόνιμο επιστημονικό προσωπικό και του εκσυγχρονισμού τους.
-Τον ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχεδιασμό για την οργανική σύνδεση όλων των σχολικών μονάδων της Λάρισας με εξειδικευμένους κοινωνικούς επιστήμονες (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς) και τη χρηματοδότηση τοπικών δικτύων κοινών δράσεων των νέων μέσω του ψηφιακού πυλώνα, του πολιτισμού και του αθλητισμού.
























