Το Συμβουλευτικό Κέντρο Λάρισας σε ανακοίνωσή του επισημαίνει τα εξής:
“Η διασφάλιση του συνταγματικού και θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τις γυναίκες θύματα έμφυλης βίας, προϋποθέτει ότι:
- Απολαμβάνουν το δικαίωμα της ίσης αντιμετώπισης από τον νόμο.
- Προστατεύονται από μη διακριτική μεταχείριση κατά την πρόσβασή τους σε αρμόδιες δικαστικές αρχές.
- Έχουν αποτελεσματική πρόσβαση σε σχετικά ένδικα μέσα, όταν τα δικαιώματά τους παραβιάζονται.
Η Διεθνής Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων σε Βάρος των Γυναικών (CEDAW, 1993) αξιώνει από τα συμβαλλόμενα κράτη, άρα και από την Ελλάδα, να θεσπίζουν διατάξεις νομικής προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών σε ισότιμη βάση με τους άνδρες, και να διασφαλίζουν, μέσω των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων και δημόσιων οργανισμών, την αποτελεσματική προστασία τους απέναντι σε κάθε μορφή διάκρισης. Με τη Διακήρυξη και την Πλατφόρμα Δράσης του Πεκίνου (Beijing Declaration and Platform for Action, 1995), τα κράτη έχουν παροτρυνθεί να άρουν τις έμφυλες διακρίσεις κατά την απονομή της δικαιοσύνης, μέσω της εγκαθίδρυσης επαρκών και προσβάσιμων μηχανισμών, περιλαμβανομένης της νομικής βοήθειας. Κυβερνήσεις και ΜΚΟ, επίσης, προτείνεται να προωθήσουν τον νομικό αλφαβητισμό των γυναικών και την πληροφόρησή τους για τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα.
Το 2015 η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων σε Βάρος των Γυναικών (Σύμβαση CEDAW) υιοθέτησε τη Γενική Σύσταση (General Recommendation) Νο 33, σχετικά με την πρόσβασή τους στη δικαιοσύνη ως θεμελιώδες στοιχείο του Κράτους Δικαίου. To 2024, η Επιτροπή υπέβαλε την 8η και 9η περιοδική έκθεση με καταληκτικές παρατηρήσεις για τη συμμόρφωση της Ελλάδας στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Σύμβαση CEDAW, διαπιστώνοντας τα ακόλουθα:
- Αυξημένα ποσοστά νομικού αναλφαβητισμού μεταξύ των γυναικών της υπαίθρου, των γυναικών με αναπηρία, των γυναικών ΡΟΜΑ και όσων ανήκουν σε εθνοτικές μειονότητες.
- Απροθυμία των γυναικών να καταγγείλουν περιστατικά έμφυλης βίας και διακρίσεων, λόγω της ύπαρξης έμφυλων προκαταλήψεων και στερεοτύπων εντός του δικαστικού σώματος και των οργάνων επιβολής του νόμου.
- Εμπόδια στην πρόσβαση των μεταναστριών/προσφυγισσών και αιτουσών άσυλο στη δικαιοσύνη, τα οποία επιτείνονται από την έλλειψη εμπιστοσύνης στο δικαστικό σώμα και τις αστυνομικές αρχές.
Τον Μάρτιο του 2026, στη Νέα Υόρκη, κατά την 70η Διάσκεψη της Επιτροπής του ΟΗΕ για την κατάσταση των γυναικών (Commission on the Status of Women – CSW70), τέθηκαν προτάσεις για τη διασφάλιση και την ενίσχυση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη όλων των γυναικών και των κοριτσιών, μέσω της προώθησης συμπεριληπτικών και ισότιμων νομικών συστημάτων, την εξάλειψη όλων των νόμων που περιέχουν διακρίσεις και τη διαμόρφωση πολιτικών και πρακτικών για την αντιμετώπιση των δομικών εμποδίων. Διαπιστώθηκε πως, παρά την σημαντική επίτευξη προόδου αναφορικά με την πρόσβαση των γυναικών στη δικαιοσύνη, στο 70% των κρατών που εξετάσθηκαν, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια κατά την πρόσβασή τους στον τομέα αυτό συγκριτικά με τους άνδρες, ενώ έχουν –σε παγκόσμιο επίπεδο– το 64% των νομικών δικαιωμάτων που έχουν οι άνδρες. Επίσης, το 54% των κρατών δεν έχουν νομικούς ορισμούς του βιασμού που βασίζονται στη συναίνεση, ενώ το 72% αυτών επιτρέπουν τους γάμους ανήλικων κοριτσιών.
Τα διαδεδομένα έμφυλα στερεότυπα και οι φυλετικές προκαταλήψεις, τα μέτρα οικονομικής αποτροπής, η περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συνδρομή, το υψηλό κόστος και η πολυπλοκότητα των νομικών διαδικασιών, οι ψηφιακοί και γλωσσικοί φραγμοί, η δευτερογενής θυματοποίηση και η συνεπαγόμενη δυσπιστία έναντι του δικαστικού συστήματος, ο μισογυνισμός και οι συστημικές διακρίσεις είναι παράγοντες που εξακολουθούν να εμποδίζουν την αποτελεσματική πρόσβαση των γυναικών στη δικαιοσύνη.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος έχει ενδεικτικά προτείνει:
- Ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στη λήψη δικαστικών αποφάσεων, καθώς και σε όλες τις πολιτικές, νόμους και διαδικασίες του κράτους.
- Μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στον τομέα της δικαιοσύνης, ιδιαίτερα σε θέσεις ευθύνης.
- Ανάπτυξη προσεγγίσεων της δικαιοσύνης που θέτουν περισσότερο στο επίκεντρο τα θύματα.
- Διασφάλιση του δικαιώματος των θυμάτων σε έγκαιρη αποζημίωση.
- Ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών για την πρόληψη της δευτερογενούς θυματοποίησης.
Επιπλέον, πρότεινε: α) την επαναβεβαίωση της δέσμευσης της ΕΕ για την καταπολέμηση και τον τερματισμό της ατιμωρησίας για την έμφυλη βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, β) τη διασφάλιση πρόσβασης των θυμάτων σε ευαισθητοποιημένες ως προς τη διάσταση του φύλου υπηρεσίες ψυχικής υγείας και γ) την πρόσβασή τους σε νομική συνδρομή και ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματά τους, ενώ τόνισε τη σημασία της συλλογής δεδομένων ανά φύλο, σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και απηύθυνε έκκληση για την αναγνώριση, σε παγκόσμιο επίπεδο, του εγκλήματος της γυναικοκτονίας.
Στο πλαίσιο της πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου της έμφυλης βίας κατά των γυναικών, αλλά και της γενικότερης προστασίας των δικαιωμάτων τους, η Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΓΓΙΑΔ) λειτουργεί πανελλαδικό Δίκτυο 68 υποστηρικτικών δομών, αποτελούμενο από 47 Συμβουλευτικά Κέντρα και 20 Ξενώνες Φιλοξενίας σε όλη την επικράτεια, σε συνδυασμό με την πανελλαδικής εμβέλειας 24ωρη Τηλεφωνική Γραμμή SOS 15900.
Στο Δίκτυο αυτό εντάσσεται και το Συμβουλευτικό Κέντρο Λάρισας, το οποίο εποπτεύεται επιστημονικά και διοικείται από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), χρηματοδοτείται δε από το Πρόγραμμα «Θεσσαλία 2021-2027». Το Συμβουλευτικό Κέντρο Λάρισας παρέχει σε ενήλικες γυναίκες που έχουν υποστεί έμφυλη βία ή/και πολλαπλές διακρίσεις ΔΩΡΕΑΝ συμβουλευτικές υπηρεσίες κοινωνικής, ψυχολογικής, εργασιακής και νομικής στήριξης, οι οποίες καλύπτονται από το απόρρητο της συμβουλευτικής”.
























